Αναμνήσεις & εμπειρίες Δημ. Ιωαννίδη με τον Στανίτσα και άλλους

Τσακιτζής

Παλαιό Μέλος
#21
Φίλε μου Απόστολε, έχεις απόλυτο δίκιο. Ήταν λάθος η παραλλαγή, αλλά ζητώ συγνώμη, γιατί το μυαλό μου αυτό τον καιρό, είναι "συνεχές ελαφρόν".
Ανεβάζω το σωστό.
Όσο για τα σχόλια του Δανιήλ, τι να πώ ; Πρώτα - πρώτα, εκείνη την ημέρα, απουσίαζαν οι Μένεγκας, Δημητρακόπουλος Ζαρακοβίτης και ο Γιάννου. Μετά είδα εκείνες τις τελίτσες πρίν από τη λέξη Άρχοντας. Δεν μπορώ να καταλάβω τι σημασία έχουν ! Αμφισβητεί την ιδιότητα του Στανίτσα σαν Άρχοντος ; Ή εννοεί ότι λέω ψέματα ; Θα ήθελα να τον συμβουλέψω, πρώτα - πρώτα να ενημερώνεται καλά πρίν πετάξει τις μπαρούφες του και παράλληλα να τον διαβεβαιώσω, ότι ΠΟΤΕ μου δεν λέω ψέματα.
Αυτά που λέω και γράφω είναι πραγματικότητες και δεν ενδιαφέρομαι για τις γνώμες κακόβουλων "ΦΙΛΩΝ".
Ο Στανίτσας είχε εκφραστεί για μένα πολλές φορές και πάντοτε με τα καλύτερα λόγια. Τώρα εάν αυτό "πονάει' ή και "τσούζει" ορισμένους, καλό θα είναι, να ξεφύγουν από τη μιζέρια τους και να κοιτάξουν αντί να ασχολούνται με τους άλλους λέγοντας διάφορα λόγια, να ανεβάσουν το μουσικό τους επίπεδο και να ξεχωρίσουν μέσα από αυτό τον κυκεώνα της μουσικής αγραμματοσύνης.
 

Attachments

#22
Φίλε μου Απόστολε, έχεις απόλυτο δίκιο. Ήταν λάθος η παραλλαγή, αλλά ζητώ συγνώμη, γιατί το μυαλό μου αυτό τον καιρό, είναι "συνεχές ελαφρόν".
Ανεβάζω το σωστό.
Όσο για τα σχόλια του Δανιήλ, τι να πώ ; Πρώτα - πρώτα, εκείνη την ημέρα, απουσίαζαν οι Μένεγκας, Δημητρακόπουλος Ζαρακοβίτης και ο Γιάννου. Μετά είδα εκείνες τις τελίτσες πρίν από τη λέξη Άρχοντας. Δεν μπορώ να καταλάβω τι σημασία έχουν ! Αμφισβητεί την ιδιότητα του Στανίτσα σαν Άρχοντος ; Ή εννοεί ότι λέω ψέματα ; Θα ήθελα να τον συμβουλέψω, πρώτα - πρώτα να ενημερώνεται καλά πρίν πετάξει τις μπαρούφες του και παράλληλα να τον διαβεβαιώσω, ότι ΠΟΤΕ μου δεν λέω ψέματα.
Αυτά που λέω και γράφω είναι πραγματικότητες και δεν ενδιαφέρομαι για τις γνώμες κακόβουλων "ΦΙΛΩΝ".
Ο Στανίτσας είχε εκφραστεί για μένα πολλές φορές και πάντοτε με τα καλύτερα λόγια. Τώρα εάν αυτό "πονάει' ή και "τσούζει" ορισμένους, καλό θα είναι, να ξεφύγουν από τη μιζέρια τους και να κοιτάξουν αντί να ασχολούνται με τους άλλους λέγοντας διάφορα λόγια, να ανεβάσουν το μουσικό τους επίπεδο και να ξεχωρίσουν μέσα από αυτό τον κυκεώνα της μουσικής αγραμματοσύνης.
Δεν μπορω να καταλαβω γιατι η απαντηση ειναι σ αυτον τον τονο..Εχω αποδειξει τον σεβασμο μου σε σας πολλες φορες!!!
Εγω εγραψα ο ιδιος πως αυτη ειναι η αληθεια..αυτη που λετε εσεις...οι τελειες που εβαλα ηταν για να δωσω εμφαση στην λεξη αρχων και πως πρεπει να φερεται ενας που εχει τον τιτλο και ενα παραπανω ο Στανιτσας....

Αν δεν ηταν αυτοι που εγραψα εκει σιγουρα ηταν καποιοι αλλοι που πιθανον ειναι μελη εδω και διαβαζουν τα σχολια μας...

Και απο που και ως που εμενα να με τσουζει και να ειμαι μες στην μιζερια αν ανεβασε εσας ο Στανιτσας στο αναλογιο και ελεγε τα καλυτερα λογια???...Ισα ισα
Το μυνημα μου αφορουσε τα λεγομενα του Στανιτσα σε σας..... μπροστα στους βοηθους του οποιοι και αν ηταν αυτοι...Εγραψα εδω γιατι και εγω ειμαι παθως και μαθως
..πολυ εστεναχωρηθηκα με τα γραφομενα σας
Δεν θα επανελθω......Οποιος καταλαβε καταλαβε....
 

Τσακιτζής

Παλαιό Μέλος
#23
Φίλε Δανιήλ, μην εκπλήσσεσαι για το ύφος της απάντησης. Έχεις έρθει πολλές φορές στο σπίτι μου και μάλιστα μια φορά μαζί με τον Αποστόλη με εξυπηρετήσατε, πράγμα που δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ. Έχω πεί πολλές φορές, ότι όποιος και να μου ζητήσει οτιδήποτε, θα του το δώσω χωρίς ενδοιασμούς και με χαρά κι εσύ, έχεις πάρει πάρα πολλά πράγματα από μένα προκειμένου να τα ψάλλεις και να τα ανεβάσεις στο INTERNET, αλλά δυστυχώς ΚΑΤΙ σε εμποδίζει. Δεν με πειράζει όμως.
Κατ' αρχήν εκείνη την ημέρα, στο Αναλόγιο, ήταν ο Απτόσογλου, ο Ζόππας, ο Δημήτρης ο Ξύδης και ο Σαράκης. Μπορεί να ήταν και μερικοί άλλοι, αλλά δεν τους γνώριζα και ούτε τους έμαθα όσο καιρό ήμουν εκεί. Επίσης θα πρέπει να μάθεις απ' αυτούς που έζησαν από κοντά τον Στανίτσα, ότι ήταν ένας άνθρωπος, που όταν ήθελε να πεί κάτι το έλεγε και "γαίαν πυρί μυχθήτω". Ίσως να ήταν ένας από τους λόγους που με κάλεσε δίπλα του ( δηλαδή κατάλαβε ότι κι εγώ είμαι παρόμοιος χαρακτήρας ) και συνεργαστήκαμε τόσα χρόνια. Επίσης έχω πεί κατ' επανάληψη, ότι εάν έλθεις και μου πείς ότι είσαι κουρασμένος και πονάνε τα πόδια σου, θα ξαπλώσω στο πάτωμα, προκειμένου να ακουμπήσεις πάνω στο σώμα μου τα πόδια σου για να τα ξεκουράσεις. ΜΗΝ τολμήσεις όμως να παίξεις με τη νοημοσύνη μου, ή να μου βάλεις τρικλοποδιά, ή να με διαβάλεις. Εκεί δεν χαμπαριάζω, τα παίρνω όπως λένε στο κρανίο και σε παίρνει ο Διάολος και σε σηκώνει. Αυτό το έχω αποδείξει πολλές φορές στη ζωή μου και είναι γνωστό πανελληνίως.
Αυτά για να κλείσει το θέμα.
Υ.Γ. Το σπίτι μου, είναι πάντα ανοικτό, γι' αυτούς που λένε ότι είναι Φίλοι μου και με σέβονται.
 

Τσακιτζής

Παλαιό Μέλος
#24
Ήταν Κυριακή πρωί και είμαστε μόνο οι δυό μας πάνω στο Αναλόγιο, μαζί με κάποιους παρατρεχάμενους. Μη με ρωτάτε ημερομηνίες και Ήχους, γιατί δεν θυμάμαι. Ψάλλοντας το Δύναμις του Αβαγιανού, γυρίζει και μου λέει : Τι Χερουβικό θα ψάλλουμε ; Εγώ ξαφνιάστηκα, γιατί αυτό συνέβαινε για πρώτη φορά. Δάσκαλε, εμένα ρωτάς, εσύ είσαι το Αφεντικό και δική σου είναι η επιλογή. Στον Απόστολο, μου ξαναέκανε την ίδια ερώτηση και πήρε πάλι την ίδια απάντηση. Στο Ευαγγέλιο με ξαναρώτησε, οπότε του είπα : Ρε Δάσκαλε, τι σ’ έπιασε σήμερα με το Χερουβικό ; Πές ένα όποιο να’ ναι να τελειώνουμε ! Σε ρωτάω, η απάντησή του, γιατί εγώ θα κάνω την εισαγωγή, εσύ θα πείς το «Τριάδι», θα συνεχίσω εγώ με « τον Τρισάγιον Ύμνον» και θα το τελειώσεις εσύ. Τον κοίταξα για λίγο και του είπα : Και δε μου Δάσκαλε, τι σούπα θα βγεί από όλο το μαγείρεμα ; Με αγριοκοίταξε και είπε : Γιατί ; Δεν είσαι σε θέση να ψάλλεις ένα Χερουβικό ή να μοντάρεις ορισμένα κομμάτια ; Εν τάξει Δάσκαλε. Αφού το θέτεις έτσι το θέμα, πές ότι θέλεις. Έβαλε ένα σε Πλ. Δ΄.
Το είχα αναβάσει ηχητικά παλαιότερα, το ανεβάζω τώρα γραμμένο, γι’ αυτούς που δεν το έχουν υπ’ όψη τους.
Έχει κοπεί λιγάκι η αρχή, αλλά δεν νομίζω ότι είναι κάτι το σπουδαίο. Επίσης θέλησα να πώ ένα δικό του Τριάδι, αλλά επειδή φοβήθηκε ότι δεν θα το βγάλω, πήγε να βοηθήσει. Τον αγριοκοίταξα και μαζεύτηκε κάνοντας Ισοκράτημα. Στ τέλος του είπα : Γιατί πήγες να μπείς στα δικά μου τα χωράφια ; Να, φοβήθηκα μήπως και δεν το βγάλεις, αλλά εσύ είσαι θηρίο.
 

Attachments

neoklis

Νεοκλής Λευκόπουλος, Γενικός Συντονιστής
#25
Το είχα αναβάσει ηχητικά παλαιότερα, το ανεβάζω τώρα γραμμένο, γι’ αυτούς που δεν το έχουν υπ’ όψη τους....
Το εν λόγω ηχητικό εδώ. Επισυνάπτεται και σε PDF.
 

Attachments

Τσακιτζής

Παλαιό Μέλος
#26
Είναι κάποια Κυριακή πρωί και το Εωθινό Δ΄. Πάνω στο Αναλόγιο τα’ Αφεντικό, ο Απτόσογλου, εγώ και μερικοί παρατρεχάμενοι.
Μετά την Τιμιωτέρα, γυρίζει ο Στανίτσας και μου λέει : Δημήτρη, πές το Εξαποστειλάριο. Εγώ μετά τα «Άγιος Κύριος» στην ίδια φυσικά βάση, αρχίζω το «Ταις αρεταίς αστράψαντες». Η διαφορά είναι, ότι εγώ τα Εξαποστειλάρια, όπως και πολλά άλλα τροπάρια ( κανόνες, προσόμοια κλπ ), τα ψάλλω ΠΑΝΤΑ κατ’ έννοιαν. Όταν έφθασα και είπα « άνδρας εν αστραπτούσαις εσθήσεσι» και την συνέχεια «Μυροφόροις κλινούσαις εις γήν όψιν», βλέπω το Στανίτσα και με κοιτούσε περίεργα. Εγώ συνέχισα κρατώντας με πολύ κόπο τα γέλια από την έκφραση τ’ Αφεντικού και κάποτε τελείωσα. Τότε γύρισα προς το Στανίτσα και του είπα : Δάσκαλε, δεν ήξερα ότι σ’ αρέσω τόσο πολύ. Να σου δώσω μια φωτογραφία μου, για να με βλέπεις συνέχεια ; Εκείνος πολύ σοβαρός, μου είπε : Ξέρεις τι είπες ; Δάσκαλε, εγώ ξέρω τι είπα. Εσύ όταν λές τη φράση «εσθήσεσι Μυροφόροις», ξέρεις τι λές ; Τσιτώθηκε, και αντέδρασε λέγοντας : Ναι, αλλά το μέτρο ; Απέναντι στο χώρο των γυναικών, βρισκόταν μια κυρία που σταυροκοπιόταν συνεχώς. Του την έδειξα και του είπα : Δάσκαλε, πήγαινε σ’ αυτή την κυρία και πές ότι το μέτρο επιβάλλει τη φράση «εσθήσεσι Μυροφόροις» και αν σου πεί τι εννοείς, φώναξέ το δυνατά, για να το μάθω κι εγώ. Ναι βρε παιδί μου, αλλά έτσι τα βρήκαμε. Λάθος Δάσκαλε. Όταν ήσουν μικρός, διάβαζες με τη λάμπα του πετρελαίου. Η Μητέρα σου έπλενε στη σκάφη και μαγείρευε στη φουφού ή στην γκαζιέρα. Εσύ αφού έτσι τα είχες βρεί, γιατί δεν κράτησες αυτά που ήξερες και βρήκες, αλλά χρησιμοποιείς σήμερα το ηλεκτρικό ρεύμα ; Δεν νομίζεις ότι κάποτε θα πρέπει να ψάλλουμε και να καταλαβαίνουμε ΠΡΩΤΑ εμείς τι λέμε, για να μπορεί να τα καταλάβει και το Εκκλησίασμα. Ο Στανίτσας εξακολουθούσε να με κοιτάει, σαν να είχα κατέωει απ’ το διάστημα. Δάσκαλε, συνέχισα εγώ. Εάν πείς στον κόσμο, ότι οι άνδρες φορούσαν αστραφτερά ρουχα και οι Μυροφόρες έκλιναν το πρόσωπο προς τη γή, όλοι μα όλοι θα καταλάβουν τι λές. Έτσι όμως όπως τα θέλει το ΜΕΤΡΟ, δεν καταλαβαίνουμε ούτε κι εμείς τι λέμε. Τότε επενέβη ο Απτόσογλου και είπε : Θράσο, έχει απόλυτα δίκιο ο Δημήτρης. Προσπαθώντας να κρατήσουμε το μέτρο, χάνουμε την έννοια. Εκεί έλληξε και η υπόθεση. Ο Στανίτσας όμως, ακόμα και στο καφενείο που πήγαμε για καφέ, δεν σταμάτησε να με κοιτάει.
 

Attachments

Τσακιτζής

Παλαιό Μέλος
#27
Είναι Φθινόπωρο του 1981 και ο Νίκος ο Σαλτάρης, ο Στανίτσας κι εγώ, καθόμαστε στο καφενείο του Βιλλιώτη στην παραλία της Κούλουρης και απολαμβάνουμε το ουζάκι μας, με το μοναδικό στο ψήσιμο χταποδάκι του καφετζή. Καθόμαστε σε ένα σιδερένιο τραπέζι με 3 πόδια κι εγώ έχω μαζί μου ένα ντοσιέ, με κάτι Δοξολογίες και Πολυελέους που είχα γράψει, προκειμένου να τα δεί ο Σαλτάρης και να μου πεί τη γνώμη του. Συζητάμε για διάφορα πράγματα και σε μια στιγμή, ο Στανίτσας προσπαθώντας να αλλάξει πόδι ( δηλαδή το ένα πάνω στο άλλο ) κλωτσάει το τραπεζάκι και αναποδογυρίσει ένα ποτήρι με νερό. Εγώ αμέσως, αρπάζω το ντοσιέ με τα χειρόγραφα, για να μη βραχεί. Ο Σαλτάρης που είδε την κίνησή μου, μου είπε : Ήθελε νά’ ξερα τι έχεις εκεί μέσα και το φυλάς σαν τα μάτια σου. Κύριε Νίκο, έχω μερικές Δοξολογίες και Πολυελέους που έχω γράψει και τα έφερα για να τους ρίξεις μια ματιά. Εκείνος κούνησε το κεφάλι του και είπε : Για να μου τα φέρεις, ξέρω ότι τα έχεις περάσει από ψιλό κόσκινο. Δεν χρειάζεται να τα δώ, άλλωστε το ξέρεις καλά, ότι σου έχω απεριόριστη εμπιστοσύνη. Το θέμα όμως είναι, το τι θα γίνει με τα Αρχαία Μαθήματα, που λίγο – λίγο χάνονται. Αυτά ποιος θα τα ψάλλει ; Εγώ κομπλάρισα και δειλά – δειλά ψέλλισα : Μα Κύριε Νίκο, εσύ τουλάχιστον γνωρίζεις ότι εγώ δεν έχω πρόβλημα, ούτε με τα παλιά, αλλά ούτε και με τα νέα Μαθήματα ! Δεν μιλάω για σένα. Μιλάω για μελωδίες που η γνωστή βιασύνη των Παπάδων εξαφανίζει σιγά – σιγά, όπως το «Άνωθεν οι Προφήται» και το «Αγαπήσω σε» του Ιακώβου. Τι θα γίνει μ’ αυτά ; Πως θα ζήσουν μέσα στην Υμνολογία της Θείας Λατρείας ; Ακολούθησαν μερικά λεπτά σιωπής και ξαφνικά, το πέταξε : Εσείς που μπορείτε και γράφετε, γιατί δεν φτιάχνετε κανένα Δύναμις πάνω στο «Αγαπήσω σε» και κανένα Χερουβικό ή Κοινωνικό, πάνω στο «Άνωθεν» ; Ο Στανίτσας το σκέφτηκε και γυρνώντας προς εμένα, είπε : Τι λές Δημήτρη, δοκιμάζουμε κάτι ; Το πολύ – πολύ να φάμε και οι δυό το ξύλο ! Εν τάξει, του απάντησα και ο Θεός βοηθός.
Το διαλύσαμε κάπως αργά, γιατί τα καραφάκια και το χταπόδι δεν τελείωναν και φύγαμε με το καραβάκι. Εκεί μέσα, ο Στανίτσας μου είπε : Να γράψουμε ένα «Τον Σταυρόν σου» πάνω στο «Αγαπήσω σε» και να του το στείλουμε. Εν τάξει Δάσκαλε, θα δούμε, απάντησα εγώ.
Την άλλη μέρα, κάθισα και ασχολήθηκα με το Σαλτάριο κέλευσμα. Τελικά έπειτα από 3 ημέρες, είχα ένα Δύναμις «Τον Σταυρόν σου», ένα σε «Άγιος ο Θεός» πάνω στο «Αγαπήσω σε» και ένα Χερουβικό πάνω στο «Άνωθεν». Έβγαλα φωτοτυπίες και τα έστειλα ταχυδρομικώς στον Σαλτάρη.
Πέρασαν περίπου 4 μήνες, όταν ένα πρωί 08.10΄ χτύπησε το τηλέφωνό μου και έπεσα από τα σύννεφα, όταν άκουσα τη φωνή του Στανίτσα : Δημήτρη, καλημέρα. Τι έγινε ρε Δάσκαλε, σε πέταξε το κρεβάτι κάτω ; Τι έπαθες πρωί – πρωί ; Εάν θυμάστε, είχα γράψει ότι τα ραντεβού του στο σπίτι του τα όριζε στις 10.00΄το πρωί. Όταν δεν είχε Εκκλησιαστικές υποχρεώσεις, σηκωνόταν από το κρεβάτι στις 09.50΄, έκανε την τουαλέτα του για 10΄ λεπτά και στις 10.00΄έβαζε το μπρίκι στη φωτιά για τον καφέ του. Λογικό λοιπόν να μου φανεί περίεργο, το πώς με πήρε 08.10΄στο τηλέφωνο !
Εκείνος όμως φαίνεται ότι είχε «κέφια» πρωί – πρωί, γιατί μου είπε σε έντονο τόνο : Δεν μου λές, τι έστειλες στο Σαλτάρη ; Εγώ τά’ χασα γιατί είχα ξεχάσει τις φωτοτυπίες που είχα στείλει. Είχαν περάσει 4 μήνες και ίσως παραπάνω και δεν το θυμόμουν. Δεν έστειλα τίποτα ρε Δάσκαλε, τι σέ’ πιασε πρωί – πρωί ; Δεν μας είχε πεί να γράψουμε πάνω στο «Άνωθεν» και στο «Αγαπήσω σε»; Α, ναι. Με συγχωρείς μωρέ Δάσκαλε, αλλά έχει περάσει τόσος καιρός που το ξέχασα. Και του ανέφερα τι ακριβώς είχα στείλει στο Σαλτάρη. Πότε θα έλθεις απάνω, με ρώτησε. Όποτε θέλεις, του είπα εγώ. Ωραία, έλα αλλά φέρε μου να δώ και αυτά που έστειλες. Εν τάξει ; Έγινε Δάσκαλε και κανονίσαμε να ανεβώ την επομένη το πρωί. Πήγα και αμέσως μου ζήτησε τα χειρόγραφα. Εν τω μεταξύ, πάνω στο τραπέζι, είχε το Τρισάγιο και Δύναμις σε Λέγετο, το οποίο μέχρι τότε δεν το είχα δεί και δεν το ήξερα. Τι είναι αυτό, τον ρώτησα ; Δεν το ξέρεις ; Όχι. Δώσε μού το να το δώ, μέχρι να δείς εσύ τα δικά μου. Έτσι και έγινε. Ανταλλάξαμε «προϊόντα» και στρωθήκαμε στο διάβασμα. Εγώ τελείωσα πιο γρήγορα και τον περίμενα. Όταν τελείωσε κι εκείνος, γύρισε, με κοίταξε και είπε : είχε δίκιο Σαλτάρης ! Ρε Δάσκαλε, θα μου πείς επί τέλους τι έγινε ; Δεν απάντησε, αλλά με ρώτησε : Πως το είδες το Τρισάγιο και το Δύναμις ; Δάσκαλε, τι να σου πώ ! Έχει ψυχή, αλλά δεν έχει πόδια. Τι θες να πείς ; με ρώτησε. Μπορώ να το πάρω και να στο φέρω την Κυριακή ; Και βέβαια μπορείς. Το πήρα και χωρίς να πούμε τίποτ’ άλλο, έφυγα γιατί έπρεπε να πάω στη δουλειά μου. Στο σπίτι, κάθισα και το δούλεψα και αφού έκοψα μερικούς - κατά τη γνώμη μου – πλεονασμούς, το καθαρόγραψα και την Κυριακή το πήρα μαζί μου στον Άγιο Δημήτρη. Μόλις με είδε, με ρώτησε : Τό’ φερες ; Το’ φερα Δάσκαλε αλλά μη βιάζεσαι. Θα τα πούμε όταν θα μείνουμε μόνοι μας. Τελικά καταλήξαμε στο σπίτι της Πανόρμου και του το έδωσα. Το διάβασε προσεκτικά και είπε : Βλέπω ξανά, ότι ο Σαλτάρης είχε δίκιο. Τώρα όπως είπες και προχθές, απόκτησε και πόδια. Άκου, εάν εκδώσεις δικά σου Μαθήματα ( ήδη είχε έλθει 2 φορές στο σπίτι μου και είχε δεί την τότε δουλειά μου ) και θελήσεις να βάλεις και τίποτα δικό μου και επιλέξεις αυτό, να γράψεις ότι η Διασκευή έγινε με την έγκρισή μου. Δάσκαλε, όλα αυτά είναι καλά, αλλά ακόμα δεν μου εξήγησες τι έγινε με το Σαλτάρη. Κάθισε αναπαυτικά και άρχισε : Την περασμένη εβδομάδα, θυμήθηκα και έγραψα ένα «Τον Σταυρόν σου» όπως είχε ζητήσει ο Νίκος ( ο Σαλτάρης ). Έβγαλα μια φωτοτυπία και του το έστειλα. Μετά 2 μέρες, με πήρε στις 07.45΄το πρωί και μου είπε να βρώ εσένα για να μου μάθεις πώς να γράφω ! Γι’ αυτό σε πήρα το πρωί στις 8. Ήταν μετά το τηλεφώνημα του Σαλτάρη. Εγώ τά’ χασα και ψέλλισα ένα Δάσκαλε με συγχωρείς, δεν φταίω εγώ. Όχι βέβαια και δεν φταίς εσύ, αλλά επαναλαμβάνω, ότι είχε απόλυτα δίκιο ο Σαλτάρης. Εσύ έγραψες ότι έγραψες και το ζουμί είναι ότι ακολουθείς ολόκληρη τη μελωδία του Μαθήματος, ενώ εγώ, χρησιμοποίησα ΜΟΝΟ μία γραμμούλα. Επίσης αυτό που έκανες με το Τρισάγιο και το Δύναμις, επιβεβαιώνει κατά πολύ τα λεγόμενα του Νίκου.
Τα ανεβάζω για σύγκριση.
 

Attachments

Τσακιτζής

Παλαιό Μέλος
#29
Μέχρι τις αρχές του 1951, ο Πατέρας μου με έστελνε σε όλους τους καλούς Ψάλτες εκείνης της εποχής, προκειμένου να τους σπουδάσω από κοντά και να πάρω ακούσματα. Καθόμουν ολόκληρη την Οκταηχία και εάν έβλεπα και άκουγα ενδιαφέροντα πράγματα, καθόμουν και δεύτερη. Έτσι, άκουσα και κατά κάποιο τρόπο, σπούδασα από κοντά τους Βλαχόπουλο, Ελοσίτη, Ρουσσινόπουλο, Μουτάογλου, Ασπρίδη, Περσίδη, Σαβινόπουλο, Σακίδη, Γεωργιάδη και άλλους. Αργότερα και όταν είχα ευχέρεια, παρακολούθησα τον Μαγούρη και φυσικά υπάρχει και η θητεία μου σαν Δομεστίκου, δίπλα στον Στανίτσα.
Στις αρχές λοιπόν του 1951 ( Σάββατο παραμονή Τελώνου και Φαρισαίου, Ήχος Α΄. ), έκανα Μάθημα τη Δοξολογία του Γρηγορίου τη Σουζινάκ. Επειδή όμως είχα ακούσει τους Κωνσταντινοπολίτες Ψάλτες και πολλές φορές χτυπούσαν τον ΚΕ ελαττωμένο ( και μου άρεσε αυτό ) θεωρούσα ότι ο ΚΕ έπρεπε πάντα να είναι με Ύφεση. Ήταν Σάββατο απομεσήμερο που με εξέταζε ο Πατέρας μου. Φυσικό επέμενε εκείνος, ελαττωμένο επέμενα εγώ, κοντέψαμε να γίνουμε μπίλιες. Αφού είδε ότι δεν μπορούσε να μου βάλει μυαλό, κοίταξε το ρολόι του και μου είπε : Σήκω, πάμε να βρούμε τη λύση. Φύγαμε λοπο΄ν και πήγαμε στο Μετόχι του Παναγίου Τάφου, όπου έψαλλε επί χρόνια ο Χατζηθεοδώρου και ο οποίος εκείνη την ώρα κατέβαινε από το κελάκι του, για να πάει να κάνει τον Εσπερινό. Μόλις είδε τον Πατέρα μου που τον γνώριζε, τον χαιρέτησε, όπως κι εμένα και τον ρώτησε : Πώς από δώ κ. Ιωαννίδη ; Δάσκαλε, έχουμε μια διαφορά με το μικρό και θα θέλαμε να μας την λύσεις εσύ. Και τι διαφορά μπορείς να έχεις μ’ αυτό το παιδάκι ; Κάτι σχετικό με την Δοξολογία τη Σουζινάκ. Έεε, μη μου πείς ότι αυτό το παιδάκι, ψάλλει Σουζινάκ γιατί θα βάλω τις φωνές. Δάσκαλε, αυτό το παιδάκι που βλέπεις, ψάλλει ότι μπορείς να φανταστείς. Έλα εδώ μικρέ, μου είπε ο Χατζηθεοδώρου. Πώς σε λένε ; Δημητράκη. Και ψάλλεις έτσι όπως τα λέει ο Πατέρας σου ; Προσπαθώ, είπα εγώ. Εφ’ όσον μπορείς και ψάλλεις τόσα πράγματα, θα τα καταφέρεις να ψάλλουμε μαζί τον Εσπερινό ή έχεις κανένα πρόβλημα ; Εν τάξει Δάσκαλε. Ωραία, τότε εμένα και τον Πατέρα σου λόγω ηλικίας, θα μας επιτρέψεις να περάσουμε Δεξιά κι εσύ θα πάς Αριστερά. Έχεις κανένα πρόβλημα ; Όχι Δάσκαλε. Τελικά πήγαμε, ψάλλαμε και τελειώσαμε τον Εσπερινό. Ο Χατζηθεοδώρου, με συνάντησε στη μέση του Σωλέα και με φίλησε στα μαλλιά. Μπράβο, είσαι πολύ καλός. Πάμε να δούμε το πρόβλημα με τη Σουζινάκ. Πήγαμε στο κελί του, με έβαλε να βρώ από μια σειρά βιβλίων αυτό που ήθελα, άνοιξα τη Δοξολογία και τον ρώτησα : Ποιο στίχο Δάσκαλε ; Ξεκίνα από τον πρώτο. Μόλις έψαλλα τον πρώτο στίχο, γύρισε στον Πατέρα μου και του είπε : κ. Ιωαννίδη, ξέρεις ότι σε ολόκληρο το Λεκανοπέδιο, δεν υπάρχουν πολλοί, που να ψάλλουν Σουζινάκ ; Μπράβο Δημητράκη. Πάμε τώρα στο επίμαχο σημείο. Άνοιξα το «Ότι παρά σοί» και άρχισα να το ψάλλω. Όταν έφθασα στο «παρά σοι πηγή», χτύπησα τον άνω ΠΑ ως ΚΕ με Ύφεση. Έπ, κάνει ο Δάσκαλος. Τι έκανες ; εγώ τά’ χασα προς στιγμήν και τον κοίταξα, αλλά αυτός συνέχισε : Θυμάσαι να μου φτιάξεις την Κλίμακα του Πλ. Β΄. ; Θυμάμαι Δάσκαλε. Κάντην λοιπόν παραστατικά και απλώς βάλε μέσα τα Διαστήματα. Την έφτιαξα και μου είπε : Βλέπεις αυτό τον Τόνο ; Λέγεται Διαζευκτικός, είναι ΠΑΝΤΑ Μείζων και ΔΕΝ παίρνει ποτέ αλλοίωση. Μα Δάσκαλε, ακούω τους Κωνσταντινοπολίτες και τον χτυπούν ελαττωμένο. Γιατί ; Κοίταξε, μπορεί καμιά φορά και όταν εγγίζεται ο ΚΕ, να τον χτυπήσεις με Ύφεση, αλλά μόνο τότε. Αυτό, το έχω κάνει κι εγώ μερικές φορές. Δεν γίνεται όμως συνέχεια. Σηκώνεται, κοιτάζει το ρολόι του και λέει : Ελάτε, προλαβαίνουμε. Κατηφορίσαμε και φτάσαμε στη Μητρόπολη, όπου ο τότε Ρωγών Διονύσιος, έκανε την Απόλυση μπροστά στην Ωραία Πύλη. Μόλις είδα τον Χατζηθεοδώρου, κατέβηκε και ήρθε κοντά μας και τον χαιρέτησε. Πώς από δώ, Δάσκαλε ; Εν τω μεταξύ είχε κατέβει και ο Περιστέρης και ήρθς κι αυτός κοντά. Θέλω να ακούσετε αυτό το μικρό, είπε Ο Χατζηθεοδώρου. Ο Περιστέρης με ρώτησε : Tι μπορείς να μας ψάλλεις μικρέ ; Ότι θέλετε είπε ο Πατέρας μου, Δοξολογίες, Πολυελέους, Χερουβικά και ότι άλλο νομίζετε ; Όχι, όχι, έκανε ο Περιστέρης. Ξέρεις να μας πείς το Αναστάσιμο Απολυτίκιο ; Το ξέρει, απάντησε ο Δάσκαλος. Κάναμε μαζί Εσπερινό στο Μετόχι. Τελικά, με ανέβασαν στη θέση του Περιστέρη και έψαλλα΄το Απολυτίκιο. Μόλις τελείωσα, ο Διονύσιος ζητώντας συγνώμη γιατί έπρεπε να φύγει, είπε στον Περιστέρη : Σπύρο, να τον πάρεις το μικρό. Ο Περιστέρης ήρθε κοντά μου και μου είπε : Δημητράκη, θα έρχεσαι από το πρωί και μαζί με τον Βαγγελάκη ( Τον Τζελά, ο οποίος τότε έβγαζε μουστακάκι και το πάνω χείλος του ήταν σαν ψιχαλισμένο πεζοδρόμιο ), θα ψάλλετε τα πρωινά μέχρι τις Καταβασίες, όπου θα αναλαμβάνει η Χορωδία. Έτσι άρχισε η θητεία μου στον Δεξιό Χορό της Μητροπόλεως Αθηνών, υπό τον Σπύρο Περιστέρη.
Έπεται Συνέχεια.
 

Τσακιτζής

Παλαιό Μέλος
#30
Διορίστηκα λοιπόν και με μισθό παρακαλώ, στον Δεξιό Χορό της Μητροπόλεως Αθηνών, υπό τον Σπύρο Περιστέρη. Αφού πέρασαν 2 – 3 μήνες, ο Περιστέρης μου έδωσε ένα «Σε Υμνούμεν» του Πλ. Α΄. του Χρυσοχοΐδη, προκειμένου να το μάθω και να το λέω κάθε Κυριακή. Άρχισα λοιπόν από την επομένη Κυριακή και το έλεγα. Καμάρι ο δικός σου ! Με άκουγαν σε όλη την Ελλάδα. Το καλοκαίρι, με ειδοποίησε να μη φύγω στο τέλος και με πήρε και με πήγε στην οδό Φιλελλήνων, στη Ρώσικη Εκκλησία. Εκεί, μόλις είχαν τελειώσει και με σύστησε στον Χοράρχη. Ήταν ένας τύπος σαν τον Θεόδωρο Μορίδη με σχεδόν την ίδια φωνή. Αυτός με αγκάλιασε από τους ώμους και με πήγε βόλτα γύρω – γύρω στην Εκκλησία. Μου έδειξε την καμπάνα στο καμπαναριό, λέγοντάς μου, ότι έχει απαγορευτεί να χτυπάει, γιατί σπάνε τα τζάμια των γύρω πολυκατοικιών και καταστημάτων. Στο πλάι του Ιερού, σταμάτησε και πολύ σοβαρά μου είπε : Έμαθα από τον Σπύρο, ότι έχεις μικρή αναπνοή. Θέλεις να μ’ ακούσεις και να το διορθώσεις αυτό ; Του απάντησα καταφατικά και μου είπε : Πρώτα – πρώτα, όταν ξυπνάς το πρωί, θα ανοίγεις τέντα το παράθυρο και απλώνοντας τα χέρια σου στην έκταση, θα παίρνεις βαθειά αναπνοή, την οποία θα κρατάς μέσα στο στήθος σου, μέχρι που να αισθανθείς πόνο. Όταν τον κοίταξα ερωτηματικά, μου είπε : Κανένας μας, δεν ξέρει να αναπνέει, με αποτέλεσμα, να είναι αδρανείς οι περισσότερες κυψέλες των πνευμόνων μας. Κρατώντας τον αέρα, αυτός προσπαθώντας να διαφύγει, ενεργοποιεί διπλανές κυψέλες, γι’ αυτό αισθάνεσαι τον πόνο. Μη σε απασχολεί όμως αυτό και συνέχισε να το κάνεις 15 – 20 φορές κάθε πρωί.
Μετά θα πάρεις ένα ρολόι με δείκτη δευτερολέπτων και αφού πάρεις βαθειά εισπνοή από τη μύτη, θα φροντίσεις να βγάλεις τον αέρα φυσώντας ελαφρά, αλλά αυστηρά σε διάστημα 5΄΄ λεπτών. Θα το κάνεις επί μία εβδομάδα όσες περισσότερες φορές μπορείς την ημέρα και όσες φορές πιο πολλές κάθε φορά. Την επόμενη εβδομάδα, θα αυξήσεις την εκπνοή στα 10΄΄ λεπτα. Την Τρίτη στα 15 και ούτω καθ’ εξής. Με αυτό τον τρόπο, θα επιβάλεις στα πνευμόνια σου, να αναπνέουν όποτε θέλεις εσύ και όχι όποτε θέλουν αυτά. Όλα αυτά, τα εφάρμοσα με θρησκευτική ευλάβεια που λένε και πράγματι είδα σε κάποιο διάστημα και μετά, ότι η αναπνοή μου πρώτα – πρώτα ελεγχόταν από μένα και παράλληλα, είχε και μεγαλύτερη διάρκεια. Προτρέπω ειδικά τους νέους Συναδέλφους, να εφαρμόσουν τα παραπάνω και θα με θυμηθούν σύντομα.
Έπεται Συνέχεια
 

Τσακιτζής

Παλαιό Μέλος
#31
Σήμερα σκέφτηκα να αρχίσω από την αρχή και να ανακατέψω τις αναμνήσεις μου, από το ξεκίνημά μου στο χώρο της Μουσικής.
Από τα πολύ μικρά μου χρόνια 3, 4 και 5 χρονών, μέσα στο σπίτι μας, δεν άκουγες τίποτ’ άλλο, εκτός από ψαλμωδίες διαφόρων τροπαρίων. Ας μην ξεχνάμε ότι την εποχή εκείνη ( 1945 και για αρκετά χρόνια αργότερα ) τα ραδιόφωνα, ήταν είδος πολυτελείας και εν ανεπαρκεία για τους πληβείους. Έτσι σιγά – σιγά, ο μπόμπιρας Δημητράκης, έμαθε να ψάλλει απ’ έξω βέβαια, διάφορα τροπάρια και κατά κάποιο τρόπο, να γίνει η ατραξιόν κάθε Οικογενειακής σύναξης. Με βάζανε λοιπόν να κάτσω πάνω στο τραπέζι και με παρότρυναν : Δημητράκη, πές μας αυτό ή εκείνο το τροπάριο. Και ο Δημητράκης, το έλεγε και εισέπραττε τα μπράβο από την ομήγυρη. Όταν πήγα στο σχολείο ( Α΄. Δημοτικού ) και άρχισα σα ξεχωρίζω και να διαβάζω τις διάφορες λέξεις, ο Πατέρας μου, με ρώτησε : Θέλεις να μάθεις Μουσική ; Τι είναι αυτό, ρώτησα εγώ. Να, αυτά που μας λές απ’ έξω, θα μάθεις να τα διαβάζεις μέσα από τα διάφορα βιβλία. Έ, σκέφτηκα εγώ, εύκολο μου φαίνεται. Αρχίσαμε λοιπόν Μαθήματα, από την Κρυπίδα του Φωκαέως. Όταν φτάσαμε σε μία Άσκηση με δύο φωνές συνεχούς ανάβασης και κατάβασης, τα βρήκα μπαστούνια. Δεν μπορούσα να χτυπήσω σωστά τους διάφορους Φθόγγους. Την άλλη μέρα, άρχισε να συννεφιάζει λίγο. Την επόμενη ο ουρανός μαύρισε και την μεθεπόμενη, άρχισαν τα αστραπόβροντα. Έφαγα αρκετό ξύλο, γιατί εδώ που τα λέμε, όταν οι φίλοι μου με φώναζαν απ’ έξω να πάω για να παίξουμε, τι ΠΑ – ΒΟΥ – ΓΑ – Δι να μείνει μέσα στο μυαλουδάκι μου. Αφού επί μια βδομάδα έτρωγα το ξύλο της ζωής μου επειδή δεν μάθαινα την Άσκηση, στο τέλος αγανάκτησα και είπα στον Πατέρα μου : Δεν μου λές Μπαμπά, είμαι υποχρεωμένος να μάθω Μουσική ; Όχι μου λέι εκείνος. Αφού δεν θέλεις, κόψε το λαιμό σου. Και αμέσως, πήρε την Κρυπίδα και την έβαλε σε μια ταζιερούλα, που είχε τα βιβλία του. Εγώ όμως, είμαι πείσμων άνθρωπος. Από εκείνη την ώρα, στο μυαλό μου τριγυρνούσε η Άσκηση ( άλλωστε ήταν μόνο δύο σειρές ). Πήγαινα σχολείο, την Άσκηση σκεφτόμουν. Πήγαινα να παίξω με τα παιδιά της γειτονιάς και μου ερχόταν στο μυαλό η Άσκηση. Πήγαινα στην τουαλέτα και η Άσκηση δεν έφευγε απ’ το κεφάλι μου. Ακόμα και όταν ξάπλωνα να κοιμηθώ, πάλι τη σκεφτόμουν. Δεν μπορούσα να χωνέψω ότι μία Άσκηση δύο γραμμών, με τρενάριζε από το να μάθω κάτι που στο κάτω – κάτω, ήθελα. Τελικά, αφού με ταλαιπώρησε κάνα μήνα, σε κάποια στιγμή είχα την αίσθηση ότι την είχα μάθει απ’ έξω. Ένα απόγευμα λοιπόν, γυρίζοντας από το σχολείο, πήρα την Κρυπίδα και προσπάθησα να πώ την περιβόητη Άσκηση. Η ώρα όμως πέρασε και ξαφνικά, ανοίγει η πόρτα και μπαίνει μέσα ο Πατέρας μου που είχε σχολάσει από τη δουλειά του. Τι κάνεις εκεί ; με ρώτησε. Μπορώ να σου πώ την Άσκηση ; έκανα δειλά – δειλά εγώ. Τη σημασία έχει ; Δεν είπες ότι δεν θέλεις να μάθεις ; Εν τάξει το είπα. Μπορώ όμως να σου την πώ, για να φύγει απ’ το κεφάλι μου ; Εν τάξει, λέγε. Και την είπα. Την είπα καλά ; ρώτησα. Και λοιπόν, έκανε ο Πατέρας μου. Συνεχίζουμε τα Μαθήματα, έκανα εγώ και από τότε ( 1947 ) μέχρι και σήμερα ακόμα, διαβάζω Ασκήσεις, μόνο και μόνο, για να μην ξαναβρεθώ σε θέση που να μην μπορώ να βγάλω ένα Μουσικό Κείμενο.
Έπεται Συνέχεια.
 

Τσακιτζής

Παλαιό Μέλος
#32
Εκ προοιμίου σας βεβαιώ, ότι η Μάνα μου, περνώντας μια μέρα από το βάθρο ενός Αναλογίου, προκειμένου να πάει να πάρει Αντίδωρο, με γέννησε πάνω σ’ αυτό και με παράτησε εκεί για όλη την υπόλοιπη ζωή μου. Αυτό σημαίνει μ’ άλλα λόγια, ότι από τον καιρό που άρχισα να μπουσουλάω, ο Πατέρας μου με έπαιρνε μαζί του στην Εκκλησία και επειδή δεν μου είχε και πολύ εμπιστοσύνη, για να μην σουλατσάρω από δώ κι από κεί, με έβαζε όρθιο στο κάθισμα του στασιδίου του κι αυτός καθόταν μπροστά μου και με στήριζε με την πλάτη του.
Μετά λοιπόν που αρχίσαμε κανονικά πάλι τα Μαθήματα, πήγαινα – όπως πάντα βέβαια – μαζί του στην Εκκλησία, όπου με εκπαίδευε στην Τάξη των διαφόρων Ακολουθιών. Όταν έφθασα στην ηλικία των 8 ετών, είχα γίνει σχεδόν εξπέρ στο Τυπικό. Θυμάμαι όμως κάτι το σημαντικό, που σημάδεψε όλη την υπόλοιπη θητεία μου, πάνω στα Αναλόγια.
Ήταν Κυριακή των Πατέρων στο Πεντηκοστάριο. Ο Πατέρας μου, καθόταν εντελώς ακίνητος πάνω στο στασίδι του κι εγώ ήμουν υποχρεωμένος ( αφού είχα κάνει βέβαια και την σχετική προετοιμασία στο σπίτι ), να ποιο τροπάριο θα ψάλλαμε και σε ποιό βιβλίο ήταν γραμμένο. Όταν φτάσαμε στην Γ΄. Ωδή και έκανε την Μικρά Συναπτή ο Παπάς, εγώ μαθημένος ότι τα Αναστάσιμα ΠΑΝΤΑ προηγούνται όλων των άλλων, θεώρησα με το μυαλό των 8 ετών, να διαβάσω στην Γ΄. τα σχετικά των Πατέρων και να αφήσω για πιο επίσημα τα Αναστάσιμα για την ΣΤ΄. Ωδή. Ο Πατέρας μου είδε τι ετοίμασα, αλλά δεν μου είπε τίποτα. Την ώρα όμως που άνοιξα το στόμα μου διαβάζοντας το Κοντάκιο των Πατέρων, τρώω ένα ξεγυρισμένο χαστούκι ( και είχε ένα χέρι, σαν ματσόλα ), που μου φάνηκε ο τρούλος κολοκύθα. Φυσικά ήταν απρόσμενο κι εγώ, από να πέσω, από κεί να κρατηθώ, βρέθηκα μπρούμυτα έξω από το Σωλέα. Σταμάτησε η Ακολουθία και βγήκε ο Παπάς στην Ωραία Πύλη. Τι συμβαίνει , ρώτησε. Τη δουλειά εσύ Παπά, ήταν η απάντηση του Πατέρα μου και γυρίζοντας σε μένα που παρακάλαγα να ανοίξει η γή να με καταπιεί, μου είπε : Έλα πάνω. Πήγα φοβισμένα στο Αναλόγιο. Τι είπες, με ρώτησε. Μα,, έκανα εγώ. Τι λέει το Τυπικό ; Άνοιξα το ντουλαπάκι για να το βρώ, αλλά δεν ήταν εκεί. Φωνάζει ο Πατέρας μου στον Αριστερό : Έχεις από κεί το Βιολάκη ; Όχι, η απάντηση του Αριστερού. Πετάγεται ο Παπάς : Να συνεχίσουμε λέω εγώ καλύτερα την Ακολουθία ; Και ο Πατέρας μου : Παπά, η Ακολουθία που θέλεις να κάνεις εσύ, δεν έχει καμιά σημασία, μπροστά στην Ακολουθία που κάνω εγώ τώρα. Εάν τούτος εδώ δεν μάθει να κάνει σωστά τη δουλειά του και θελήσεις κάποια στιγμή να κάνετε μαζί οποιαδήποτε Ακολουθία, θα τραβάς τα γένια σου τρίχα – τρίχα από τα λάθη που θα κάνει.
Εν τω μεταξύ μπαίνοντας στην είσοδο του Ναού δεξιά, υπήρχε ένα καμαράκι, που βάζαμε την Κολυμβήθρα, την σκάλα και τα βιβλία της Εκκλησίας. Δώσ’ του Παπά το κλειδί για την αποθηκούλα, για να πάει να φέρει το Τυπικό του Βιολάκη. Ο Παπάς αναγκάστηκε να μου δώσει το κλειδί, η Ακολουθία είχε σταματήσει πρίν από αρκετά λεπτά κι εγώ πήγα και ήρθα στην αποθήκη, με τα βλέμματα όλου του κόσμου πάνω μου. Ανέβηκα στο Αναλόγιο, είδαμε τι έλεγε το Τυπικό και επί τέλους συνεχίστηκε η Ακολουθία.
Από τότε, με τη βοήθεια βέβαια του Πατέρα μου, όπως και του μεγάλου αδελφού Γιάννη ( Δασκάλου του Πατέρα μου ) και μέχρι σήμερα αγοράζοντας και μελετώντας κάθε σχετικό με τις Τυπικές Διατάξεις βιβλίο, νομίζω ότι έμαθα καλά τη δουλειά μου και δεν το νομίζω μόνον εγώ, αλλά μέχρι και σήμερα που έχω αποτραβηχτεί από την ενεργό δράση, πολλοί Συνάδελφοι, Φίλοι, Μαθηταί αλλά και όλων των βαθμίδων της Ιερωσύνης Κληρικοί, ζητούν να μάθουν τη γνώμη μου, πάνω σε διάφορα θέματα Τυπικού.
 

Τσακιτζής

Παλαιό Μέλος
#33
Ήμουν δεν ήμουν 8 ετών, όταν ο Θείος μου ο Γιάννης ( έχω αναφέρει ότι ήταν ο μεγάλος αδελφός και Δάσκαλος του Πατέρα μου ), με ειδοποίησε ότι τα Χριστούγεννα, θα έλεγα τον Απόστολο. Τον Απόστολο τον λέγαμε τότε, από το πρώτο σκαλοπάτι του Δεσποτικού Θρόνου. Όταν του είπα ότι δεν έχω ξαναπεί Απόστολο και φοβάμαι, μου απάντησε ότι είχα ένα μήνα μπροστά μου ( με είχε ειδοποιήσει στα τέλη Νοεμβρίου ) και μπορούσα να τον μάθω απ’ έξω, μια που ο εν λόγω Απόστολος, είναι μικρός. Τον έμαθα λοιπόν, έκανα καθημερινά πρόβες και όταν ήρθαν τα Χριστούγεννα, με έστειλαν να τον πάρω από τα χέρια του Παπά, στην Ωραία Πύλη. Πήγα, τον πήρα και ανέβηκα στο πρώτο σκαλοπατάκι του Θρόνου. Τελείωσε το Δύναμις και έπρεπε να αρχίσω εγώ. Πώς να αρχίσω όμως που το στόμα μου είχε ξεραθεί, τα πόδια μου είχαν κοπεί και ήμουν έτοιμος να σωριαστώ κάτω ;;;; Εν τω μεταξύ, ο θείος μου από το Αναλόγιο, μου φώναζε : Λέγε βρέ !!! Εγώ τίποτα. Ξεροκατάπινα και έτρεμα ολόκληρος από το φόβο μου και το τράκ. Λέγε βρέ, ξανά ο θείος μου. Τίποτα εγώ. Ξανά πάλι ο θείος μου : Βρέ, θα πείς ή θα έλθω και θα σε σπάσω στο ξύλο ;;; Τελικά, είπα το γνωστό « Ή ταν ή επί τάς» και άρχισα. Ήδη τον Απόστολο τον ήξερα απ’ έξω. Έδωσε ο Θεός και κάποτε τελείωσα. Φαίνεται ότι παρ’ όλο τον φόβο και την αγωνία μου, τον είπα καλά ( ήδη είχα κάνει 500 πρόβες ), γιατί ολο το Εκκλησίασμα, εξέφρασε φωναχτά την επιδοκιμασία του, με «Μπράβο Δημητράκη» και άλλα παρεμφερή. Κατέβηκα από το θρόνο, προχώρησα προς την Ωραία Πύλη, παρέδωσα τον Απόστολο στον Παπά και επέστρεψα στο Αναλόγιο, όπου ο Θείος μου, με χάιδεψε και μου είπε : Λίγο ακόμα και θα ερχόμουνα εγώ εκεί. Θείε, δεν μπορούσα να αρθρώσω ούτε μία λέξη, του είπα. Το ξέρω , ήταν η απάντησή του. Άλλη φορά, όταν θα χρειαστεί να ψάλλεις κάτι, θα κλείνεις τα μάτια και θα λές ότι βρίσκεσαι σε ένα κελάρι, γεμάτο πιθάρια. Αυτή ήταν η πρώτη μου εμπειρία, από την απαγγελία μπροστά σε κόσμο. Εύχομαι να μη συμβεί σε κανέναν αυτό, γιατί εγώ δεν πέρασα και πολύ καλά τότε.
Έπεται Συνέχεια.
 

Τσακιτζής

Παλαιό Μέλος
#34
Την εποχή που γύριζα τους μεγάλους Πρωτοψάλτες των Αθηνών, προκειμένου να αποκτήσω ακούσματα, ο Πατέρας μου με έστειλε και στον Άγιο Κωνσταντίνο Ομονοίας. Όπου έψαλλε τότε, ο Παναγιώτης Καμπανίδης. Ο Καμπανίδης ήταν έξω από το λεγόμενο Πατριαρχικό Ύφος ( ήταν Ωδειακός ), αλλά είχε μια πολύ ωραία και μεγάλη φωνή. Πήγα λοιπόν εκεί ( βέβαια είχε προηγηθεί μαζί του συνεννόηση με τον Πατέρα μου ) και ανέβηκα στο Αναλόγιο. Στα Εξαποστειλάρια, με κοίταξε και μου είπε να πώ εγώ το Αναστάσιμο. Εγώ τότε, είχα μια πολύ έντονα ένρινη φωνή ( έμοιαζα με τους εφημεριδοπώλες της Ομόνοιας, που διαλαλώντας το εμπόρευμά τους, φωνάζουν : Εφημερίδειιιις ). Μόλις τελείωσα, άκουσα τον αναβαλλόμενο από τον Καμπανίδη, ο οποίος λέγοντάς μου ότι εγώ δεν πρόκειται να γίνω ΠΟΤΕ μου Ψάλτης, με έδιωξε από το Αναλόγιο.
Γύρισα φουρτουνιασμένος στο σπίτι και κάθισα και σκεφτόμουν τα διαπραχθέντα. Όταν ήλθε ο Πατέρας μου, με ρώτησε όπως έκανε πάντα, πώς τα πέρασα στον Άγιο Κωνσταντίνο. Εγώ στραβομουτσούνιασα και όταν είδε ότι κάτι συμβαίνει, θέλησε και έμαθε το τι ακριβώς έγινε. Η τελευταία μου φράση, ήταν ότι εγώ δεν ξαναπατάω στον Άγιο Κωνσταντίνο, ούτε δεμένος. Δεν μου είπε τίποτα, αλλά την Τρίτη ( μετά 2 ημέρες ) είχαν πρόβα με τη Χορωδία του Μαργαριτόπουλου στην αίθουσα των Τριών Ιεραρχών στην Ομόνοια. Εγώ τότε ήμουν η Μασκώτ της Χορωδίας, όπως και παλαιότερα με την Χορωδία του Θεοδόση Γεωργιάδη. Όταν λοιπόν με ρώτησε εάν θα πάω μαζί του, επειδή ήξερα ότι θα ήταν εκεί και ο Καμπανίδης, αρνήθηκα και δεν ακολούθησα. Ο Πατέρας μου πήγε, βρήκε τον Καμπανίδη και έμαθε τι είχε γίνει ακριβώς. Τότε ο Καμπανίδης είπε στον Πατέρα μου : Πές στον μικρό, ότι γνωρίστηκες με κάποιον οναμαστό τότε γιατρό, και ότι ανέφερες το ότι έβαζε ο γιός σου πολύ μύτη στο ψάλσιμό του και ότι ο γιατρός σου είπε ( προς Θεού, ΜΗΝ του πείς ότι στο είπα εγώ ), να βάζει μπροστά στον καθρέφτη κάθε πρωί μπαμπάκια στη μύτη του σε σημείο που να μην φαίνονται, να τα αλλά ζει 2 φορές την ημέρα και να τα βγάζει στον ύπνο του. Θα δυσκολευτεί για λίγες μέρες, αλλά στο τέλος θα απαλλαγεί από τη ρινοφωνία. Ο Πατέρας μου, αυτό μου το είπε κατά το τέλος της Εβδομάδας. Εγώ, μια που τη συνταγή την είχε συστήσει γιατρός, το σκέφτηκα και το δοκίμασα. Στην αρχή, τα ρουθούνια μου χτυπούσαν σαν ταμπούρλο. Σιγά – σιγά όμως η ενόχληση υποχωρούσε και σε 40 μέρες όταν τα έβγαλα τελείως, διαπίστωσα ότι μπορούσα να ψάλλω έστω και κλείνοντας τη μύτη με τα δάκτυλά μου.
Αυτό, είναι μια συμβουλή γι’ αυτούς οι οποίοι έχουν ένα τέτοιο μικρό ή μεγάλο πρόβλημα. Δοκιμάστε το, αλλά έχετε την υπομονή για θα γευτείτε το αποτέλεσμα.
΄Επεται Συνέχεια.
 

Τσακιτζής

Παλαιό Μέλος
#35
Αρχές του 1953 και εγώ εξακολουθώ να ανήκω στον Δεξιό Χορό της Μητροπόλεως Αθηνών. Μια μέρα κατηφορίζοντας το λόφο του Βώκου ( το σπίτι μας ήταν από την νότια πλευρά του λόφου ( Δράμας 25 ) προς τον Καραβά, όταν έφθασα μπροστά στον Ναό της Αγίας Μαρίνας, είδα απ’ έξω τον παπα – Γιάννη, ο οποίος μας γνώριζε οικογενειακώς. Βρέ Δημητράκη τι κάνεις ; Τι κάνουν οι δικοί σου και όλα τα σχετικά. Στον ουρανό σε γύρευα και μπροστά στην Αγία σε βρήκα. Τι έπαθες παπα – Γιάννη και με ψάχνεις ; Μου έφυγε ο Αριστερός. Τι λές ; Έρχεσαι εσύ εδώ ; Θα περάσουμε καλά. Εκεί Δεξιά έψαλλε τότε ένας Χωροφύλακας γνωστός μας και έτσι δέχτηκα. Πήγα λοιπόν στα γραφεία της Αρχιεπισκοπής Αθηνών, για να πάρω διορισμό. Εκεί τότε μεσουρανούσε ο Εμμανουήλ Φαρλέκας. Πήγα λοιπόν σ’ αυτόν και του ζήτησα να μου δώσει διορισμό. Εκείνος με κοίταξε καλά – καλά και μου είπε με έναν απαξιωτικό τρόπο που με σκότωσε κυριολεκτικά : Άντε παιδάκι μου να βυζάξεις μερικά χρόνια ακόμα από τη μάνα σου και μετά βλέπουμε και γυρίζοντας σε κάποιον που καθόταν σε μια πολυθρόνα, είπε : Ακόμα δεν βγήκαν ορισμένοι από τ’ αυγό τους και θέλουν να διοριστούν και Ψάλτες. Μετά γύρισε πάλι σε μένα και μου έδειξε την πόρτα : Άντε λοιπόν, στρίβε σου είπα. Πήγαινε να μεγαλώσεις πρώτα και μετά τα λέμε. Εγώ βάζοντας το κεφάλι κάτω ξεκίνησα προς την πόρτα, αλλά εκείνη τη στιγμή, αυτή άνοιξε και μπήκε ο τότε Ρωγών και Πρωτοσύγκελος Διονύσιος. Βρέ Δημητράκη, μου είπε μόλις με είδε, πώς από δώ ; Άγιε Μέγα, ήρθα να πάρω διορισμό για Αριστερός στην Αγία Μαρίνα Καραβά, αλλά ο κ. Φαρλέκας με έβρισε και με έδιωξε. Ο Διονύσιος, γύρισε στον Φαρλέκα και του είπε με αυστηρό τόνο, Μανώλη, ξέρεις ποιος είναι ο μικρός ; Είναι αυτός που άκουγες τις προάλλες να λέει το «Σε Υμνούμεν» και με ρώτησες, ποιο είναι αυτό το παιδί με την ωραία φωνή και που τα λέει τόσο καλά ! Ετοίμασε τον διορισμό και φέρε μού τον μέσα να τον υπογράψω. Έτσι, διορίστηκα από την Κυριακή των Απόκρεω του 1953, Αριστερός Ψάλτης στην Αγία Μαρίνα Καραβά.
Έψαλλα όπως είχα μάθει και για Κοινωνικά, έψαλλα αυτά του Ιωάννου που έχει ο Πρωγάκης. Αφού τα έψαλλα 3 – 4 φορές το καθένα, τα βαρέθηκα και ρώτησα τον Πατέρα μου, τι να ψάλλω την Κυριακή που ερχόταν. Εκείνος χωρίς άλλη κουβέντα, μου είπε : Γράψε ένα δικό σου. Τι λές καλέ Μπαμπά, που ξέρω εγώ να γράφω και μάλιστα Κοινωνικά ; Κοίταξε , μου απάντησε. Έχεις ακούσει τόσους μεγάλους Ψάλτες, που εγώ ακόμα και μέχρι σήμερα, δεν έχω καταφέρει να ακούσω. Τα ακούσματα που έχεις πάρει απ’ όλους αυτούς, είναι υπέρ αρκετά, προκειμένου να φτιάξεις ένα δικό σου Μάθημα. Γράψε και θα το δούμε. Κι εγώ έκατσα και έγραψα το πρώτο μου χειρόγραφο, σε ηλικία 13 ετών και έτυχε να είναι Κοινωνικό σε Ήχο Βαρύ ( Ήδη το έχω ανεβάσει στο FORUM παλαιότερα ).
Όταν το έδωσα στον Πατέρα μου, εκείνος το είδε και αμέσως πήγε και το έδειξε στους Μουτάογλου, Ρουσσινόπουλο, Βαλληνδρά, Κλειδά και Μαργαριτόπουλο. Όλοι είπαν ότι είναι αξιόλογο και μάλιστα ο μπαρμπα – Αλέκος ο Μουτάογλου, του είπε : Κυριάκο, δώσε στο Δημητράκη μολύβια και χαρτιά και πέστου να γράφει ότι του έρχεται στο μυαλό. Έχει απ’ ότι φαίνεται μεγάλη φαντασία και το ίδιο το γράψιμο το έχει στο αίμα του. Σήμερα, μετά από 60 χρόνια, σκέφτομαι ότι ο Μπαρμπα – Αλέκος, κάπου είχε δίκιο.
 

lagoudakis

Μιχαήλ Γ. Λαγουδάκης
#36
... Κι εγώ έκατσα και έγραψα το πρώτο μου χειρόγραφο, σε ηλικία 13 ετών και έτυχε να είναι Κοινωνικό σε Ήχο Βαρύ ( Ήδη το έχω ανεβάσει στο FORUM παλαιότερα ). ...
Το σχετικό θέμα και το εν λόγω κοινωνικό εδώ.
 

Τσακιτζής

Παλαιό Μέλος
#37
Έχει περάσει το Καλοκαίρι του 1966 και λόγω διαφωνίας με τον Προϊστάμενο του Αγίου Δημητρίου Πειραιώς π. Ιγνάτιο Πουλουπάτη, βρίσκομαι χωρίς Αναλόγιο. Εδώ κάνοντας μία παρένθεση, θα ήθελα να διευκρινίσω τα εξής : Βρισκόμουν τακτικά χωρίς Αναλόγιο, γιατί όπως έχω προαναφέρει, μία Κυριακή το μήνα, εργαζόμουν. Επειδή όμως είχα πολλά ελεύθερα πρωινά και επειδή όπως λένε μερικοί, μπορεί να είμαι καλός Ψάλτης, με έπαιρναν. Τύχαινε όμως περίπτωση, την Κυριακή που ήμουν στην εργασία μου, να έρθει να χοροστατήσει ο Μητροπολίτης ή να έπεφτε κάποια Μεγάλη Εορτή. Τότε άρχιζαν οι γκρίνιες. Το ότι υπήρχε συμφωνία και μάλιστα πολλές φορές γραπτή, αυτό δεν σήμαινε τίποτα για τους καθ’ όλα τ’ άλλα Πνευματικούς μας Πατέρες. Τους Παπάδες. Δεν ήλθες και ήταν και ο Δεσπότης ή τέτοια Εορτή και να λείπει ο Ψάλτης και άλλα πολλά. Όπως καταλαβαίνετε, προτιμούσα την εργασία, παρά την ασυνέπεια των Κληρικών, οπότε και έφευγα. Βγήκε λοιπόν η φήμη, ότι ο Ιωαννίδης όπου πάει, τσακώνεται και φεύγει. Τον λόγο όμως της διαμάχης, κανένας δεν κάθισε ποτέ να ερευνήσει, αλλά «ελαφρά τη καρδία», ο Ιωαννίδης φταίει που δεν μένει σε Εκκλησία. Εδώ όμως με τον Ιγνάτιο, δεν υπήρξε αυτή η αιτία. Ήθελε σώνει και καλά στο πανηγύρι του Ναού, να φέρει τον Γιάννη το Μαθιουδάκη. Εγώ αντέδρασα και είπα, ότι εάν θέλει, μπορεί να έλθει να κάτσει δίπλα μου και να ψάλλει ότι του αρέσει. Ο Ιγνάτιος επέμενε κι εγώ τον «απέλυσα».
Με βρήκαν λοιπόν κάτι γνωστοί από τα Άσπρα Χώματα και μου ζήτησαν να πάω σαν Ψάλτης στην παράγκα που είχαν στήσει 3 Αυτοκινητιστές και ένας Ποτοποιός, οι οποίοι ήταν και οι Επίτροποι. Πήγα λοιπόν και σιγά – σιγά, αναπτύχτηκε το Εκκλησάκι και έγινε Ενορία. Περνάγαμε καλά και με τον καιρό οι Επίτροποι εκτιμώντας την απόδοσή μου, με είχαν στα όπα – όπα.
Όλα λοιπόν πήγαιναν καλά, μέχρι την αρχή του Τριωδίου, όπου ήλθε σαν Αλεξιπτωτιστής ένας Παπάς απ’ την Κορώνη, σαν Προϊστάμενος. Μετά την ενθρονιστήρια Ακολουθία της Κυριακής, μας κάλεσε όλους στο γραφείο, για να μας κεράσει για τα καλορίζικα. Πήγαμε, φάγαμε το γλυκό που μας κέρασε και την ώρα που σηκώθηκα να φύγω, μου είπε : Κύριε Δημητράκη, μη φύγεις εσύ γιατί σε θέλω. Κάθισα λοιπόν και αφού έφυγαν όλοι από το γραφείο και μείναμε μόνοι μας, μου είπε : Είσαι πολύ καλός Ψάλτης, αλλά δυστυχώς θα σε διώξω. Γιατί ρε Παπά θα με διώξεις ; Επειδή είμαι όπως λές καλός Ψάλτης ; Για επιβράβευση ; Όχι απάντησε ο Παπάς, αλλά στην Κορώνη, είχα μαζί μου τον γαμπρό μου σαν Ψάλτη και τώρα που ήρθαμε εδώ, θα διώξω εσένα και θα βάλλω εκείνον στη θέση σου. Μπράβο ρε Παπά, κόλα το του είπα και του έδωσα το χέρι μου το οποίο το έσφιξε. Τουλάχιστον είσαι άντρας και με προειδοποιείς, ενώ θα μπορούσες να μου βάλεις τρικλοποδιές και να φάω τα μούτρα. Ξέρεις όμως κάτι ; Εγώ δεν είμαι αρνάκι να το πάς στο χασάπη για να το σφάξεις. Κάνε ότι νομίζεις και αν τα καταφέρεις, χαλάλι σου. Έφυγα λοιπόν και από την επομένη Κυριακή, άρχισε το πάρτυ. Έλεγα Χερουβικό και έβγαινε στην Ωραία Πύλη και έλεγε : Τώρα Χερουβικό ήταν αυτό που είπες; Κοντέψαμε να κοιμηθούμε. Έλεγα Άξιον Εστίν και έλεγε βγαίνοντας πάντα στην Ωραία Πύλη : Τώρα τι το ήθελες αυτό το Άξιον Εστίν ; Δεν εύρισκες να πείς τίποτ’ άλλο ; Σε κάθε περίπτωση, είχαμε το ίδιο επεισόδιο. Εγώ δεν μίλαγα. Τον κοιτούσα και γέλαγα. Μια μέρα που ο κόμπος είχε φτάσει στο χτένι που λένε, τελειώνοντας την Ακολουθία και πηγαίνοντας να φύγω, ρώτησα τους Επιτρόπους, προκειμένου να μάθω πότε θα κάνουν Συμβούλιο, λέγοντάς τους, ότι θα ήθελα να συζητήσουμε κάποιο θεματάκι. Μου είπαν και εγώ την ημέρα που μου είπαν, βρισκόμουν έξω από το γραφείο. Έρχεται ο Παπάς, με βλέπει, με χαιρετάει και μου λέει : κ. Δημητράκη, έμαθα ότι θέλετε να μιλήσετε στο Συμβούλιο για κάποιο θέμα σας. Ελάτε λοιπόν, γιατί έχουμε αρκετά προς συζήτηση. Μπήκαμε μέσα και ο Παπάς, μου έδωσε το λόγο. Εγώ, είπα : Παπούλη δεν έχω να σου τίποτα εσένα. Ήθελα μόνο να μιλήσω με τους Επιτρόπους και γυρίζοντας προς αυτούς, τους ρώτησα : Κύριοι, έχουμε τόσο καιρό μαζί. Έχετε κανένα παράπονο εναντίον μου ; Πετάχτηκε ο γεροντότερος ( ο οποίος είχε χρηματοδοτήσει την ανέγερση του Ναού και είχε παραχωρήσει και το οικόπεδο ) ο Μπαρμπα – Γιάννης και είπε : Δημητράκη, κόψε τις Μ@Λ@κίες. Εάν δεν ήσουν εσύ τόσους μήνες να μαζεύεις τον κόσμο στην Εκκλησία, θα την είχαν γκρεμίσει την παράγκα. Σ’ ευχαριστώ Μπαρμπα – Γιάννη για τα καλά σου λόγια. Αλλά μήπως έχετε παρατηρήσει τώρα τελευταία μερικές ανωμαλίες κατά την ώρα των Ακολουθιών ; Ναι, πετάχτηκε ο Ποτοποιός και μάλιστα έχει αρχίσει να διαμαρτύρεται ο κόσμος και να μας κάνει παράπονα. Γύρισα τότε προς τον Παπά και του είπα : Παπά μου, είσαι Προϊστάμενος και σαν Προϊστάμενος, έχεις το δικαίωμα να μου κάνεις παρατηρήσεις ή να με επιπλήξεις ή και να με τιμωρήσεις. Όλα αυτά όμως ή πρίν την Ακολουθία μέσα στο Ιερό ή μετά την Ακολουθία εδώ μέσα στο γραφείο. Δεν θα ξαναδεχτώ άλλη φορά να βγείς και να με προσβάλλεις από την Ωραία Πύλη. Μας απειλείται κ. Δημητράκη ; ήταν η απάντηση του Παπά. Όχι Παπά μου. Είμαστε πολιτισμένοι άνθρωποι και δεν μπορούμε να απειλούμε ο ένας τον άλλον. Αλλά να σου κάνω μια ερώτηση ; Και απάντησα αμέσως στο ερωτηματικό του βλέμμα : Έχεις ζυγίσεις ποτέ σου την Παρακλητική ; Όχι, απάντησε ο Παπάς. Τι σχέση έχει αυτό ; Έχει Παπά μου, γιατί εάν θα ξαναβγείς στην Ωραία Πύλη έστω και για να με κοιτάξεις, θα τη φάς στο κεφάλι και πήγαινε όπου θέλεις μετά. Και γυρίζοντας προς τους Επιτρόπους : Κύριοι, είστε υπεύθυνοι. Εάν θα ξαναβγεί ο Παπάς έστω και για να με κοιτάξει από την Ωραία Πύλη, θα φάει την Παρακλητική στο κεφάλι και κάνετε ότι νομίζετε μετά. Εγώ σας προειδοποίησα. Γειά σας. Έφυγα και δεν ξαναβγήκε. Βλέποντας όμως ότι δεν γίνεται αυτό που ήθελε κι εγώ δεν αντιδρώ έτσι όπως περίμενε, έβαλε τον Αριστερό ( Διονύση Γαλανάκη, τυφλό ) να με κοντράρει, ενώ παράλληλα του υποσχέθηκε να τον περάσει εκείνον Δεξιά και τον γαμπρό του Αριστερά. Αυτός ο βλάκας, το έχαψε και το μεγάλο πάρτυ, έγινε τη Μ. Εβδομάδα. Τα Τροπάρια που πρέπει να λέγονται δυό φορές, εμείς τα καταργήσαμε, γιατί ο Αριστερός έλεγε το αμέσως επόμενο, με αποτέλεσμα μια μέρα που επανέλαβα το δεύτερο, εκείνος είπε το Δόξα. Και νύν των Αίνων. Και πάλι όμως εγώ δεν αντέδρασα, περιμένοντας από τον Παπά την πρώτη κίνηση. Έδωσε ο Θεός και φτάσαμε με χίλια ζόρια, στις Ώρες της Μ. Παρασκευής. Τελειώνουμε και την Θ΄. και περιμένω να κάνει την Απόλυση, για να αρχίσει ο Εσπερινός. Ο Παπάς όμως ούτε φωνή, ούτε ακρόαση. Σκέφτηκα ότι λόγω κοπώσεως μπορεί να τον είχε πάρει ο ύπνος. Ξερόβηξα, χτύπησα το μικρόφωνο, αλλά τίποτα. Σε μια στιγμή, ανοίγει το πορτάκι δίπλα μου και εκείνος από αρκετή απόσταση ( Βλέπετε φοβόταν κι όλας για την Παρακλητική ), μου λέει : Τι περιμένετε κ. Δημητράκη και δεν συνεχίζετε ; Παπά μου, τελειώσαμε. Κάνε Απόλυση, Βάλε ευλογητό για να αρχίσουμε τον Εσπερινό. Κλείνει η πόρτα, περνάνε μερικά δευτερόλεπτα και βγαίνει στην Ωραία Πύλη και μου λέει : Τι Θα γίνει ; Θα πείτε επί τέλους τους Μακαρισμούς ; Παπά μου σήμερα οι Ώρες είναι Βασιλικές και δεν έχουν Μακαρισμούς. Κάνε Απόλυση να τελειώνουμε. Όχι κύριε, να πείτε τους Μακαρισμούς και να αφήσετε τις εξυπνάδες. Επιμένεις Παπά μου ; ρώτησα εγώ. Βεβαίως και επιμένω. Τελειώνετε κύριε. Ξέρεις κάτι Παπούλη, επειδή εγώ δεν τους βρίσκω και επειδή τόσα χρόνια δεν έψαλλα ποτέ μου Μακαρισμούς στις Ώρες της Μ. Παρασκευής, έλα να τους βρείς και και μετά βλέπουμε ποιός θα τους ψάλλει. Και τότε βγάζει το Πετραχείλι του και από την Ωραία Πύλη, το πετάει πάνω στην Αγία Τράπεζα και ερχόμενος πάνω στο Αναλόγιο, αρχίζει να ξεφυλλίζει πότε μπρός και πότε πίσω το βιβλίο, προκειμένου να τους βρεί. Ήταν τόσα τα νεύρα του, ώστε δύο από τις σελίδες του βιβλίου, σκίστηκαν μέχρι τη μέση. Μα, που στην ευχή είναι ; Αφού τους είχε δεί. Παπά μου, είπα εγώ που εν τω μεταξύ είχα καθίσει στο κάθισμα, σύνελθε. Δεν υπάρχουν σήμερα Μακαρισμοί. Άλλωστε τους είπαμε χθές το βράδυ. Πήγαινε να κάνεις Απόλυση και να συνεχίσουμε με τον Εσπερινό. Όχι, θα τους βρώ, μόνο και μόνο για να δείς ότι κάνεις λάθος. Εν τάξεις Παπά μου. Ψάξε. Που ξέρεις, μπορεί να βρείς και τίποτ’ άλλο. Εγώ περιμένω να δώ πότε θα βάλλεις μυαλό. Τελικά βλέποντας ότι όντως δεν υπάρχουν, μπαίνει στο Ιερό, βάζει το Πετραχείλι, βγαίνει και κάνει Απόλυση και αρχίσαμε τον Εσπερινό της Αποκαθήλωσης. Έδωσε ο Θεός και τελειώσαμε και εγώ μη θέλοντας μέρα που ήταν να ρίξω λάδι στη φωτιά, του ευχήθηκα Χρόνια Πολλά και Καλή Ανάσταση και πήγα να φύγω. Οι Πόρτες όμως ΟΛΕΣ του του Τέμπλου, είχαν μπλοκαριστεί από τους Επιτρόπους, οι οποίοι μας είπαν : Κοιτάξτε να τα βρείτε μεταξύ σας, γιατί θα φύγετε και οι δύο. Εγώ έσπρωξα τον Επίτροπο που μου έκλεινε την έξοδο και έφυγα. Την Δευτέρα της Διακαινησίμου, ειδοποιήθηκα, ότι την Τρίτη στις 11.00΄θα έπρεπε να βρισκόμουν στο γραφείο του Μητροπολίτη ( Χρυσοστόμου Ταβλαδωράκη ), για την επίλυση του προβλήματος.
Σημαιοστολίστηκα λοιπόν, παίρνω και από τη βιβλιοθήκη μου τα Τυπικά του Βιολάκη και Μπεκατώρου, τα κάνω ένα ωραίο πακέτο και 10.50΄ βρισκόμουν έξω από το γραφείο του Δεσπότη. Με τους περισσότερους από τους Ιερείς των γραφείων, ήμουν και είμαι ακόμα με αυτούς που βρίσκονται και μέχρι σήμερα στη ζωή, πολύ καλός Φίλος. Με ρώτησαν λοιπόν τι τρέχει με τον Παπά μου, αλλά εγώ απέφυγα να τους απαντήσω, λέγοντας ότι αφήστε και θα δούμε. Πήγε 11.00΄, πήγε 11.05΄ αλλά ο Παπάς, πουθενά. Στις 11.10΄, ανοίγει η πόρτα του γραφείου του Δεσπότη και βγαίνει ο Παπα – Παναγιώτης ( αυτό ήταν το όνομά του ), με βλέπει και με εκδικητικό ύφος μου λέει : Πέρασε μέσα τώρα κ. Δημητράκη. Εγώ τον κοίταξα καλά – καλά και μπήκα στο γραφείο του Δεσπότη. Προχώρησα προς το μέρος του, φίλησα το χέρι του και περίμενα. Εκείνος είπε : Δημητράκη, εγώ ήξερα ότι τόσο εσύ, όσο και ολόκληρη η Οικογένειά σου, είστε άνθρωποι της Εκκλησίας και ότι πάνω στο Αναλόγιο, αποτελείτε παράδειγμα για όλους τους Ψάλτες, επειδή ήσαστε τυπικοί στο λειτούργημα σας. Αυτά όμως που άκουσα από τον π. Παναγιώτη, με κάνουν και πέφτω από τα σύννεφα. Μου έδειξε την πολυθρόνα απέναντι στο γραφείο του και μου είπε : Κάθισε σε παρακαλώ και πές μου τι συμβαίνει. Θέλω να ακούσω και την δική σου εκδοχή.
Δεσπότη μου, λυπάμαι, γιατί δεν ξέρω τι ακριβώς σας είπε ο π. Παναγιώτης. Εφ’ όσον είμαστε και οι δύο κατηγορούμενοι από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο, ο καθένας μας, θα πεί αυτά που τον εξυπηρετούν. Σείς όμως εφ’ όσον θέλετε να βγάλετε συμπέρασμα για τα γεγονότα, νομίζω ότι θα ήταν καλύτερο, να στείλετε κάποιον στο Ναό, να κάνει μια έρευνα, οπότε το πόρισμά σας, να είναι απόλυτα δίκαιο. Δημητράκη, σε γνωρίζω από πολύ παλιά και έχω εμπιστοσύνη σ’ αυτά που θα μου πείς. Πές μου λοιπόν τη δική άποψη κι εγώ θα κρίνω για τα περαιτέρω. Όπως θέλετε Σεβασμιότατε. Μου επιτρέπετε να ανοίξω αυτό το πακέτο ; Εάν έχει σχέση με την υπόθεση, βεβαίως να το ανοίξεις. Ανοίγω λοιπόν το πακέτο, βγάζω από μέσα τον Μπεκατώρο και τον Βιολάκη και του τα δίνω λέγοντας : Σεβασμιότατε, τα γνωρίζετε αυτά τα βιβλία ; Μα, βέβαια, έκανε ο Δεσπότης. Είναι το πρόχειρο Τυπικό που χρησιμοποιούμε για τις Ακολουθίες και το άλλο, το μεγάλο Τυπικό του Βιολάκη. Αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί μου τα δίνεις. Δεσπότη μου, εμείς στην Εκκλησία μας, δεν τα χρειαζόμαστε. Ο Δεσπότης με κοίταξε ερωτηματικά και μου είπε πάλι : Και πάλι δεν καταλαβαίνω. Δεσπότη μου, δεν χρειαζόμαστε αυτά τα βιβλία, γιατί ο παπα – Παναγιώτης ερχόμενος από την Κορώνη, έφερε μαζί του και ένα δικό του Τυπικό. Ο Δεσπότης κοίταζε μια εμένα και μια τον Παπά, που καθόταν όρθιος, αλλά ήταν σαν να καθόταν πάνω σε καρφιά. Και τι λέει το Τυπικό του παπα – Παναγιώτη, ρώτησε ο Δεσπότης. Διάφορα πράγματα Σεβασμιότατε. Πές μου ένα παράδειγμα. Να, προχθές στις Ώρες της Μ. Παρασκευής, μετά το τέλος της Θ΄. έλεγε ότι πρέπει να πούμε Μακαρισμούς. Μα δεν έχει, έκανε ο Δεσπότης. Σεβασμιότατε αυτό ήξερα κι εγώ, μετά από τόσα χρόνια που βρίσκομαι πάνω στα Αναλόγια. Αυτό λέει ΚΑΙ ο Βιολάκης ΚΑΙ ο Μπεκατώρος, αλλά δυστυχώς, το Τυπικό του παπα – Παναγιώτη έλεγε άλλα. Ο Δεσπότης έριξε ένα άγριο βλέμμα στον Παπά και μου είπε : Και τι έγινε μετά ; Τι να γίνει Δεσπότη μου ; Ο Παπάς επέμενε από την Ωραία Πύλη, εγώ τον παρακαλούσα να κάνει Απόλυση για να αρχίσει ο Εσπερινός, αλλά εκείνος τίποτα. Έπρεπε να πούμε οπωσδήποτε Μακαρισμούς. Ο Δεσπότης ξαναγύρισε στον Παπά και του είπε : Δεν μου τα είπες έτσι Παπά ! Τελικά τι έγινε με ξαναρώτησε. Δεσπότη μου, βλέποντας ότι επιμένει τόσο πολύ, τον κάλεσα πάνω στο Αναλόγιο, να βρεί τους βρεί που θέλει και να τους πούμε. Πράγματι, έβγαλε το Πετραχείλι του, το πέταξε από την Ωραία Πύλη προς την Αγία Τράπεζα και ήρθε. Ο Δεσπότης όμως είχε σηκωθεί όρθιος. Τι είπες ότι έκανε με το Πετραχείλι του ; Το έβγαλε Δεσπότη μου και το πέταξε από κεί που βρισκόταν προς την Αγία Τράπεζα και μετά ήρθε. Εν τάξει Δημητράκη. Μάζεψε σε παρακαλώ τα βιβλία σου και πήγαινε στο καλό και να εξακολουθήσεις να κάνεις το λειτούργημά σου, όπως ήξερα ότι το έκανες μέχρι σήμερα. Εγώ μάζεψα τα βιβλία, φίλησα το χέρι του και βγήκα από το γραφείο. Δεν πρόλαβα να κλείσω την πόρτα και ακούστηκε ένας κρότος τόσο δυνατός μέσα από το γραφείο, που ξεσηκώθηκαν όλοι οι παπάδες που βρίσκονταν εκεί μέσα εκείνη την ώρα. Μάλιστα ο παπα – Χρήστος ο Χριστοδούλου, μου είπε : Πάει τον έφαγες Δημήτρη τον Παπά. Εγώ μωρέ παπα – Χρήστο τον έφαγα, ή οι βλακείες του ; Με σένα που βρήκε να τα βάλει, καλά να πάθει.
Την Κυριακή του Θωμά, ο Παπάς, ήρεμος σαν αρνάκι, όταν τελείωσε η Ακολουθία, με πλησίασε και μου άρπαξε το χέρι και μου το έσφιξε. Κάποτε μου είπες, μου είπε, ότι είμαι άντρας, επειδή σε προειδοποίησα ότι θα σε διώξω. Σου επιστρέφω το αντριλίκι σε μεγαλύτερο βαθμό, γιατί αυτό δεν το είπες ούτε στους Επιτρόπους, αλλά ούτε και στο Δεσπότη. Είσαι μεγάλος για μένα. Μπράβο σου.
Κάθισα μέχρι και το Καλοκαίρι και μετά έφυγα, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.
 

Τσακιτζής

Παλαιό Μέλος
#38
Καλοκαίρι του 1967, χειροτονείται ένας Μαθητής μου ( Χαράλαμπος Τζέρμπος ) στον Άγιο Παντελεήμονα Δραπετσώνας όπου έψαλλα εγώ σε όλη την Ακολουθία και τοποθετείται στα Εισόδια της Θεοτόκου, πάνω στην κορφή του Λόφου Βώκου ( στα Μανιάτικα Πειραιώς ). Αμέσως ήλθε στο σπίτι μου και με παρακάλεσε λόγω του ότι κατά κάποιο τρόπο ήταν και η γειτονιά μου, να πάω σαν Δεξιός Ψάλτης, προκειμένου να τον βοηθήσω στο Λειτούργημά του. Εν παρενθέσει αναφέρω, ότι ίσως να μην υπήρξε πιο παράφωνος και φάλτσος Παπάς απ’ αυτόν. Ανέλαβα να του μάθω τα στοιχειώδη γύρω από τη Βυζαντινή Μουσική και μάλιστα σε ηλικία 12 χρονών, γιατί με απείλησε ο παππούς του ( παπα – Δημήτρης, ένας άνθρωπος 2 μέτρα ) ότι θα με σπάσει στο ξύλο εάν δεν μάθει ο Μπάμπης να ψέλνει. Όταν μου τα έλεγε αυτά, με είχε πιάσει από το αυτί, αλλά 2 μέτρα εκείνος παιδάκι ακόμα εγώ, κόντευε να μου ξεκολλήσει το αυτί μου.
Τέλος πάντων, για να βρούμε μία άκρη, είπα στον Μπάμπη, να πάρει ένα διαπασών ( σφυρικτράκι ) του ΛΑ και να κάνει σ’ αυτόν τον τόνο τις εκφωνήσεις του νέτα – σκέτα κι εγώ θα φτιάχνω τους Ήχους. Πράγματι, την Κυριακή που πήγαμε να ξεκινήσουμε τον Όρθρο, ακούω το σφυρικτράκι και καπάκι, Ευλογητό στον ΛΑ. Τρελάθηκα. Πήγα μέσα και τον ρώτησα τι κάνει πρωί – πρωί, αλλά εκείνος ατάραχος ( πάντα ήταν με αυτό το ύφος ) μου είπε ότι ακολουθεί τις οδηγίες μου. Ρε Μπάμπη τρελάθηκες ; Εάν αρχίσουμε πρωί – πρωί με την τσίμπλα στα μάτια, από τον ΛΑ, που θα φτάσουμε στη Λειτουργία ; Τέλος πάντων τα βρήκαμε και ήρθε με το καλό το Πανηγύρι του 1968. Ανέβηκε ο Δεσπότης ( Χρυσόστομος Ταβλαδωράκης ) και ήταν πραγματικά, ένα τέλειο πανηγύρι. Όταν τελειώσαμε, ο Δεσπότης μου είπε στο γραφείο που πήγαμε για καφέ : Εσένα Δημητράκη, σε θέλω στο κέντρο του Πειραιά, για να μαζέψουμε τον κόσμο στην Εκκλησία. Δεσπότη μου, εσείς έχετε ΚΑΙ την πίτα ΚΑΙ το μαχαίρι. Εγώ είμαι Ψάλτης. Όπου και να με βάλετε, θα κάνω την δουλειά που έχω μάθει. Ωραία, έλα αύριο από το γραφείο μου να τα πούμε. Πράγματι, την άλλη μέρα πήγα στα γραφεία της Μητροπόλεως ( τότε ήταν στην οδό Ζαννή ) και ο Δεσπότης, φώναξε τον Πρωτοσύγγελο και τον ρώτησε ποιες είναι οι κενές θέσεις στο κέντρο του Πειραιά. Ο Πρωτοσύγγελος είπε ότι η μόνη κενή θέση, ήταν Αριστερά στον Άγιο Διονύση. Θα πάς προσωρινά εκεί, μου είπε ο Δεσπότης και θα σε τακτοποιήσω ή στον Άγιο Νικόλαο ή στον Άγιο Κωνσταντίνο το συντομότερο. Δεσπότη μου, γιατί με στέλνετε εκεί, θέλετε να ξεχάσω κι αυτά τα λίγα που ξέρω ; Δεξιά στον Άγιο Διονύση, έψαλλε ο Δημήτρης ο Τσιβιλής. Καλός άνθρωπος, Φίλος αλλά τριτοτετραφωνίστας Ωδειακός. Ο Δεσπότης όμως ήταν ανένδοτος. Θα πάς εκεί και για να μην αισθάνεσαι μειονεκτικά, επειδή ο Δεξιός παίρνει 2.500 δρχ., εσύ θα παίρνει 2.400. Ο μισθός μου στο λόφο του Βώκου, ήταν 1.200 δρχ, οπότε το καλοσκέφτηκα και δέχτηκα. Έτσι άρχισε μια δεύτερη καριέρα Αριστερού στην Ιεροψαλτική ζωή μου. Εν τω μεταξύ, από τότε που ήμουν ακόμα στο Βώκο, είχε κυκλοφορήσει μία Εγκύκλιος, η οποία καλούσε τους Ιεροψάλτες της Μητροπόλεως Πειραιώς μέσα στη Σαρακοστή στον Άγιο Κωνσταντίνο Πειραιώς, προκειμένου να συζητήσουμε το Ιεροψαλτικό θέμα. Βλέπετε ΠΑΝΤΟΤΕ οι Ιεροψάλτες, αντιμετώπιζαν διάφορα προβλήματα – θέματα με την Επίσημη Εκκλησία. Τότε στον Πειραιά, υπηρετούσαν αρκετοί από τους λεγόμενους μεγάλους Πρωτοψάλτες. Στον Άγιο Βασίλη, ήταν ο Γιώργος ο Λαμπρόπουλος. Στον Άγιο Νικόλαο, ο Βασιλικός. Στον Άγιο Κωνσταντίνο, ο Βαλληνδράς. Στον Άγο Σπυρίδωνα ο Πέττας. Στην Ευαγγελίστρια, νομίζω ήταν ακόμα ο Περσίδης. Στην Αγία Τριάδα ο Κοντορρήγας. Στον Άγιο Φανούριο ο Αμφιλοχιάδης και στον Άγιο Παντελεήμονα ο Βλασιάδης. Μαζευτήκαμε λοιπόν, μπροστά είχαν καθίσει όλα τα «Παγώνια» κι εγώ με τους Αριστερούς του Αγίου Φανουρίου και Αγίου Παντελεήμονος Δραπετσώνας, πίσω – πίσω. Άρχισε την ομιλία του ο Δεσπότης ( ήταν δεινός ομιλητής ) και επί 40΄λεπτά, μας χτυπούσε όπως χτυπάει ο ψαράς στο βράχο το χταπόδι. Τι έλεγε ; Ότι παίρνουμε ένα σωρό λεφτά, αλλά δεν είμαστε συνεπείς στις υποχρεώσεις μας, με συνέπεια να βγαίνει ο Παπάς στην Ωραία Πύλη και να μην υπάρχει Ψάλτης στο Αναλόγιο, για να τελέσει οποιαδήποτε Ακολουθία. Το ότι στο κάτω – κάτω της γραφής, δεν είμαστε απαραίτητοι για να γίνει μια Ακολουθία και ότι τη δουλειά τη δική μας, μπορεί να την κάνει και πολύ καλά μάλιστα, η κυρα- Μαρία ή και η κυρα – Κατίνα. Είπε πολλά. Πάρα πολλά και όλοι είχαν σκύψει τα κεφάλια κάτω. Σε κάποια στιγμή, τελείωσε και γυρίζοντας προς εμάς όλους, είπε : Ορίστε. Τι έχετε να πείτε πάνω σ’ αυτά που ακούσατε; Εμείς από τη γαλαρία, σηκώσαμε τα κεφάλια και κοιτάξαμε προς τα ¨Παγώνια» για να δούμε ποιος θα έπαιρνε το λόγο. Τα ‘Παγώνια» όμως, είχαν κρύψει τις ουρές τους και είχαν την κεφάλα τους κάτω. Ο Δεσπότης αφού γύρισε 2 – 3 φορές το βλέμμα του γύρω – γύρω και δεν είδε αντίδραση, είπε : Άρα συμφωνείτε. Ε, όχι φώναξα εγώ και σήκωσα το χέρι μου. Ο Δεσπότης με είδε και είπε : Σας ακούμε Δημητράκη. Δεσπότη μου, έκανα εγώ, μα ς είπατε τόσα πολλά, που νομίζω θα ήταν ματαιοπονία οτιδήποτε άλλο, αλλά επειδή εάν θυμάμαι καλά, η Εγκύκλιος έλεγε να συζητήσουμε, σκέφτομαι ότι συζήτηση μονόπλευρη δεν γίνεται. Σας Ακούμε, είπε πάλι ο Δεσπότης. Πείτε μας την άποψή σας. Ας ξεκινήσουμε από το γεγονός που αναφέρατε, το ότι δηλαδή, παίρνουμε ένα σωρό λεφτά και δεν είμαστε συνεπείς στις υποχρεώσεις μας. Ο Αριστερός από εκεί που με πήρατε, παίρνει 800δρχ και ο Πρωτοψάλτης του Μητροπολιτικού Ναού 4.200. Έχουμε δηλαδή έναν μέσο όρο γύρω στις 2 με 2.500 δρχ. Εάν τα υπολογίσουμε σε ετήσια βάση έχουμε αποδοχές γύρω στις 30.000 δρχ. περίπου. Με αυτά τα χρήματα, έχετε την απαίτηση όποτε φτερνίζεται ο Παπάς, να υπάρχει Ψάλτης στο Αναλόγιο, για να του πεί : Με τις υγείες σου. ¨Ολοι έβαλαν τα γέλια, αλλά μια κοφτερή ματιά του Δεσπότη τα έκοψε στη μέση. Εάν πάρουμε, συνέχισα εγώ, τα χρήματα που παίρνουμε από τους εργοδότες μας και με τα οποία ζούμε τις οικογένειές μας, σκεφτήκατε τι απαιτήσεις μπορεί να έχουν αυτοί οι άνθρωποι απ’ εμάς ; Που θέλετε να καταλήξετε κ. Ιωαννίδη ; Πάει πέθανε ο Δημητράκης σκέφτηκα εγώ, αλλά συνέχισα : Στο ότι όπως εμείς κάθε τέλος του μηνός απλώνουμε το χέρι για να εισπράξουμε την επαιτεία για μας, αλλά πολλά λεφτά για σας, έτσι και όταν ο Παπάς βγεί και δεν βρεί Ψάλτη στο Αναλόγιο, πρώτα – πρώτα να σκεφτεί ότι ίσως να έχει αρρωστήσει ή να είναι στην εργασία του για να θρέψει την οικογένειά του κι εκεί που έχουμε 2 – 3 ή και 4 Παπάδες οι οποίοι κοπρίζουν όλη μέρα και δεν ξέρουν τι να κάνουν, να βγούν στο Αναλόγιο και σιγά – σιγά, ίσως να αποκτήσει και ο Πειραιάς ένα ζευγάρι Παπάδων, που να μπορούν να ψάλλουν ένα Εισοδικό, χωρίς να φαλτσάρουν. Τώρα για το άλλο που είπατε, ότι δεν είμαστε απαραίτητοι σε μία Ακολουθία, γιατί δεν μας απολύετε όλους μαζί τώρα, αυτή τη στιγμή, οπότε κι εσείς γλυτώνετε από εμάς τους ασυνεπείς, αλλά κι εμείς από εσάς, που δεν σκέφτεστε καθόλου τον Ψάλτη σαν Οικογενειάρχη, αλλά μόνο σαν εργαλείο. Όσο για το ότι θα μας αντικαταστήσετε με την κυρά – Μαρία ή την κυρά – Κατίνα, εγώ σαν Ιωαννίδης, σας δίνω επίσημα το λόγο μου, μέσα σ’ αυτό τον Ιερό χώρο, ότι την Μ. Εβδομάδα που πλησιάζει, θα έρχομαι σε όποια Εκκλησία χοροστατείτε και θα απολαμβάνω τις ψαλμωδίες αυτών των κυριών που τόσο ψηλά έχετε σε εκτίμηση. Αυτά είχα να πώ κι ευχαριστώ που με ακούσατε. Κανένας άλλος ; είπε ο Δεσπότης και επειδή δεν μίλαγε κανείς, είπε ότι θα σταλεί Εγκύκλιος.
Μέσα στο Τριώδιο του 1969, με φωνάζει ο Δεξιός ( είπαμε ότι ήμασταν συνονόματοι ) και μου δίνει να διαβάσω ένα χαρτί. Ήταν Αίτηση παραιτήσεως και σαν δικαιολογητικά, ανέφερε ότι είχε ήδη καταθέσει τα χαρτιά του για σύνταξη και το κυριότερο, ότι αισθανόταν μειονεκτικά με το να ψάλλει Δεξιά σε έναν Ψάλτη όπως εγώ. Γι’ αυτό με την ευκαιρία της παραιτήσεώς του, έδινε την δυνατότητα να τακτοποιηθώ στη θέση που μου ταιριάζει. Τον κοίταξα και αμέσως έσκισα το χαρτί. Γέλασε και μου είπε : Ρε Δημήτρη σε ξέρω από τότε που βύζαινες το δάκτυλο. Αυτό που σου έδωσα, ήταν το Αντίγραφο και μου βγάζει από την τσέπη του το Πρωτότυπο. Έφυγε ο Τσιβιλής και ο παπα – Γιάννης ο Παπουλάκος ( ο Προϊστάμενος του ναού ), κάνει αμέσως Πρακτικό για να διοριστώ Δεξιά. Ο Δεσπότης όμως που με είχε στη μαύρη λίστα πλέον, έστειλε κάποιον Θεοδωρόπουλο, μαθητή του Παναγιωτίδη. Εγώ βλέποντας τη στάση του Δεσπότη, θέλησα να φύγω, αλλά ο παπα – Γιάννης, μου είπε ότι ήταν όλο το Συμβούλιο υπέρ εμού και καλά θα έκανα να καθίσω, γιατί στο τέλος θα δικαιωνόμουν. Τότε είπα στον Παπά, ότι Δεξιός Ψάλτης δεν θα στεριώσει στον Άγιο Διονύση και εκείνος μου απάντησε ότι είναι μαζί μου, φτάνει να μην γίνει κανένα επεισόδιο, μέσα στην Εκκλησία.
Ο Θεοδωρόπουλος, άντεξε 6 μήνες και έφυγε. Το Συμβούλιο έκανε ξανά Πρακτικό για να διοριστώ Δεξιά. Ο Δεσπότης όμως, έστειλε τον Θόδωρο τον Βασιλείου. Μας σύστησε μέσα στο Ιερό ο Παπάς και ο Θοδωρής, με ρώτησε τι θέλω να ψάλλουμε, για να μη με εκθέσει. Τον διαβεβαίωσα ότι μπορούσε να ψάλλει ότι ήθελε και το πρόβλημα δεν ήταν δικό μου, αλλά δικό του. Με κοίταξε περίεργα, αλλά εγώ βγήκα και πήγα στο Αναλόγιό μου. Όταν άρχισα να ψάλλω Κοινωνικό, το οποίο με άφηνε ο Παπάς και το έψαλλα πάντοτε ολόκληρο, βλέπω τον Βασιλείου να κατεβαίνει από το Αναλόγιο, να έρχεται διά μέσου του Σωλέα κάτω από το δικό μου ( τα Αναλόγια του Ναού, ήταν την εποχή εκείνη υπερυψωμένα με 2 σκαλοπάτια και είχαν σιδερένιο κιγκλίδωμα γύρω – γύρω ), να κάθεται και να με κοιτάζει περίεργα. Όταν τελείωσα, τον ρώτησα τι συμβαίνει και εκείνος μου είπε ότι δεν μπορούσε να καταλάβει, γιατί τον έστειλαν σαν Δεξιό εκείνον στο Ναό, τη στιγμή που υπήρχε ένας τόσο καλός Ψάλτης μέσα σ’ αυτόν και κατέληξε ότι φεύγει και δεν πρόκειται να καθίσει ούτε μέχρι το «Δι’ ευχών». Το Συμβούλιο ξαναέκανε Πρακτικό για μένα, αλλά ο Δεσπότης έστειλε τον Νίκο τον Τσιγγούλη, ο οποίος – όπως είπε στον Παπά – είχε μίαν ευσεβεστάτην αδελφήν ( μία Νοσηλεύτρια ήταν που περιποιόταν την αδελφή του Δεσπότη ). Έτσι απέκτησα καινούργιο Δεξιό. Αυτός κάθισε 3 χρόνια, αλλά έπαθε πολλά χουνέρια μέσα σ’ αυτό το διάστημα. Το σπουδαιότερο ήταν μια χρονιά στο Πανηγύρι του Ναού, που είχε έρθει να χοροστατήσει ο τότε Ζιχνών και Νευροκοπίου Νικόδημος Βαληνδράς, ο οποίος μόλις με είδε Αριστερά, έπεσε από τα σύννεφα. Το ωραίο όμως δεν ήταν εκεί. Άρχισε με το «Τον Δεσπότην και Αρχιερέα», το οποίον ο Τσιγγούλης ξεκίνησε να το λέει, σε χρόνο Ιδιομέλων. Ο Δεσπότης γύρισε προς το μέρος μου και μου φώναξε : Τι λέει ; Δεσπότη μου, απάντησα εγώ, δίπλα σας είναι. Ρωτήστε τον. Ο Δεσπότης γύρισε προς το μέρος του Τσιγγούλη και αφού τον κοίταξε για λίγο, του είπε : Σας ευχαριστώ πολύ, αλλά φτάνει μέχρι εδώ. Σταματήστε. Και γυρίζοντας προς εμένα, άρχισε το αργό Απήχημα του Βαρέος, ενώ ταυτόχρονα μου έγνεφε με το κεφάλι και τα χέρια, να συνεχίσω εγώ. Εγώ βρέθηκα σε δύσκολη θέση, αλλά βλέποντας την επιμονή του Δεσπότη, άρχισα σιγά – σιγά να ψάλλω. Τότε ο Δεσπότης σταμάτησε και μου έγνεψε να συνεχίσω. Τελικά τελείωσε και άρχισαν οι Αίνοι. Για την Ακολουθία, είχαμε μία φυλλάδα, η οποία στα προσόμοια των Αίνων, είχε το δεύτερο με 2 γραμμές μεγαλύτερο και όσες προσπάθειες κι αν είχα κάνει τα προηγούμενα χρόνια, δεν είχα καταφέρει να το φέρω βόλτα. Είπε λοιπόν το πρώτο και άρχισα το τρίτο, ενώ ταυτόχρονα έκανα κίνηση συγνώμης προς τον Τσιγγούλη, υπονοώντας ότι έκανα λάθος. Εκείνος μακρόθυμος ών, έσπευσε να ψάλλει το παραληφθέν προσόμοιο κι εκεί έγινε ο χαμός. Βλέποντας ότι δεν μπορεί να το τελειώσει, σταμάτησε και είπε δυνατά : Μα τι γίνεται εδώ τέλος πάντων ! Τελικά έδωσε ο Θεός και τελειώσαμε. Εγώ πήγα μέσα στο Ιερό να χαιρετήσω το Δεσπότη, ο οποίος ( όπως έχω προαναφέρει με γνώριζε πάρα πολύ καλά ) μόλις με είδε, είπε : Δεν μου λές εσύ, ποιος ηλίθιος σε έβαλε Αριστερά σ’ αυτό το βλάκα ; Δεσπότη μου, ο Συνάδελφός σας ο Πειραιώς. Τώρα θα πάω από ‘ κεί και θα τα ακούσει. Εκείνη την ώρα, μπήκε και ο Τσιγγούλης μέσα και ήρθε προς τον Δεσπότη να τον χαιρετήσει. Τον χαιρέτησε και του ζήτησε το λόγο, γιατί τον έκοψε στο «Τον Δεσπότην». Ο Δεσπότης τον Ρώτησε πώς λέγεται και ο Τσιγγούλης : Νικόλαος Τσιγγούλης, Καθηγητής Βυζαντινής Μουσικής. Κύριε, δεν σας ρώτησα τι νομίζετε ίτι είστε, έκανε ο Δεσπότης. Το όνομά σας θέλω. Δεσπότη μου σας είπα : Τσιγγούλης Νικόλαος και είμαι Καθηγητής της Βυζαντινής Μουσικής, γι’ αυτό κρίνω ότι δεν κάνατε καλά που με κόψατε. Ακούστε Κύριε, είπε ο Δεσπότης. Δεν ξέρω ποιος Θεός ή Διάολος σας τοποθέτησε Δεξιά σ’ αυτόν τον άνθρωπο ( και έδειξε εμένα ). Σας συμβουλεύω όμως ότι για όσο καιρό θα διαρκέσει αυτό, να προσπαθήσετε να μάθετε απ’ αυτόν. Πιστέψτε με. Θα μάθετε πολλά κοντά του γιατί έχετε πολλές ατέλειες για Δεξιός. Τον γνωρίζω από τον καιρό που βύζαινε το δάκτυλό του και ξέρω τι σας λέω.
Τελικά, έφυγε κι αυτός. Ξαναγίνεται Πρακτικό, αλλά ο Δεσπότης μου στέλνει άλλον. Όταν μετά από 2 χρόνια έφυγε κι αυτός, μετά από τον Εσπερινό της Αγάπης, το Συμβούλιο έκανε πάλι Πρακτικό, αλλά αυτή τη φορά, δεν το πήγε ο Παπάς μόνος του στο Δεσπότη, αλλά πήγαν όλοι μαζί και του είπαν ότι εάν και αυτή τη φορά δεν εισακουστεί η γνώμη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, τότε θα πάρει τις παραιτήσεις όλων μαζί ( Παπά και Επιτρόπων ). Ο Δεσπότης «ποιούμενος την φιλοτιμίαν», έστειλε επί τέλους έγγραφο με το οποίον μου έλεγε : Διορίζομέν σε εις την θέσιν του Δεξιού Ιεροψάλτου κλπ, κλπ, κλπ. Με παίρνει ο Παπάς τηλέφωνο την Τετάρτη της Διακαινησίμου και μου λέει : Νενινήκαμεν.
Πήγα λοιπόν την Κυριακή του Θωμά, έψαλλα, ευχαριστήθηκα, ο κόσμος όλος μου έδωσε συγχαρητήρια και όταν πήγαμε στο γραφείο, έδωσα στον Παπά την παραίτησή μου. Τρελάθηκε ο Παπάς. Τ’ είν’ αυτό μωρέ ; φώναξε. Παπά μου, εγώ κατάφερα με τη βοήθειά σας φυσικά, να κάνω αυτό που ήθελα. Τώρα πάρε την παραίτησή μου αι πήγαινε να την κολλήσεις στα μούτρα του Δεσπότη και να του πείς, να πάρει αλλά – μπρατσέτα απ’ το’ να χέρι την κυρά – Μαρία κι απ’ τ’ άλλο την κυρά – Κατίνα και να έλθουν αυτές να ψάλλουν στο εξής. Εγώ δεν ξαναπατάω στον Πειραιά, όσο θα είναι αυτός Μητροπολίτης.
Κι έτσι έφτασα στην Κυριακή των Μυροφόρων του 1975 που έχω αναφέρει.
 

ΠΛΗΘΩΝ ΜΒ

Παλαιόν Μέλος
#39
Αν δεν τρελλαθούμε τώρα, θα την γλυτώσουμε εφ' όρου ζωής. Νομίζω...!
Τι διαβάζουνε τ' αυτιά μας, τι ακούνε τα μάτια μας, που θάλεγε κι ο συγχωρεμένος Ηλιόπουλος !
Δύσκολο πράγμα το...νιπαβουγαδί και η καλογερική.
Όχι, γιατί μερικοί νομίζουν, οτι όλ' αυτά που ζούμε εν έτει εικοστού πρώτου αιώνος, του και πολύ - μα πάρα πολύ - απατεώνος, είναι τυχαία.... Νομοτελειακά είναι και αναπόφευκτα.
Τα λόγια και οι πράξεις μας, διαμορφώνουν το γίγνεσθαι της ζωής. Αν αυτά δεν είναι καλά καγαθά, Χριστομίμιτα, δεν έχουμε τύχη.
Ευχαριστούμε Δάσκαλε, για τα ΜΕΓΑΛΑ μαθήματα ζωής. Καλό βράδυ.
Υ.Γ. Πάντως η συζήτηση και δη διαλογική, μεταξύ προ- και υφ- ιστάμενου, δεν είχε ποτέ τύχη στο Ελλάντα.... Δεν πα να την έκανε κι ο Γκραν Πάπας (μ' ένα πί)
 
#40
Άρχοντα, ευχαριστούμε για όσα μοιράζεστε μαζί μας. Θα θέλαμε και πληροφορίες από εμπειρίες σας για τον Μήτρο και τον Παναγιωτίδη, αν υπάρχουν. Υγεία να έχετε!
 
Top