03. «ὑπετόπασε» (από την γ΄ ωδή του κανόνος του αγίου Γεωργίου)

Γιώργος Μ.

Παλαιόν μέλος
#1
Στον Όρθρο της Γ΄ Νοεμβρίου (κανών του Αγίου Γεωργίου, γ΄ ωδή) διαβάζουμε:

Τὰ τῶν βασάνων εἴδη σου δεικνύων, ὥσπερ φοβεῖν ὁ τύραννος, τὴν ἀκατάπληκτον σου ψυχήν, ὑπετόπασε θεόφρων· σὺ δὲ στερρῶς ἀνέκραζες, Χριστός μοι στερέωμα.

Ο τύπος ὑπετόπασε είναι Αόριστος του ρ. υποτοπάζω, που απαντά συχνά (όπως είδα) στους βυζαντινούς συγγραφείς, αλλά μόνο άπαξ (εδώ) στην υμνογραφία. Η σημασία του δεν είναι παντού ευκρινής. Συνήθως σημαίνει: «υποψιάζομαι», αλλά σε πολλά συμφραζόμενα (όπως και εδώ νομίζω) σημαίνει «υποθέτω, βάζω με το μυαλό μου κάτι (συνήθως αβέβαιο), στοχεύω».

Έτσι, εδώ το νοήμα νομίζω ότι είναι:
«ο τύραννος σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να φοβίσει την ψυχήν σου (δείχνοντάς σου τα είδη των βασάνων)»

ΥΓ Το «ἀπαξ» της εμφανίσεως σε συνδυασμό με μια παλαιότερη απορία του Παναγιώτη εξ Αιγίου με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο (άγνωστος;) ποιητής του κανόνος πρέπει να ήταν ιδιαίτερα λόγιος. Αρκεί να δει κάποιος πόσες σπάνιες και αρχαιοπρεπείς λέξεις ή ασυνήθιστους τύπους περιέχει ο κανόνας του:
ἀκροθίνιον, ἀμπλακημάτων, ἀμφοίν, ἀπήμαντον, ἀρωγήν, γαννύμενος, ἐμφέρειαν, ἐπιπολάζει, ἐπιτάρροθος, ἔψειν, κατεπεμβαίνοντας, λύμης, παγκρατιάρχης, πέλεις, πεφηνώς, ποδηγούμενος, πολεύων, προσπτύσσομαι, πτερνίσαντα, σκεδάζουσαν, ὑπετόπασε, ὑψιβάμων, φαλαγγάρχας, χάρυβδιν​

ΥΓ 2 Επίσης, ο τύπος γαννύμενος είναι από το ρ. γάνυμαι (σπανιότ. γάννυμαι) «ευφραίνομαι».

ΥΓ 2 Τα επισυναπτόμενα λήμματα είναι από τον Δημητράκο.
 

Attachments

Last edited:
Top