Ιστορίες, ἱεροψάλτης Ἠλίας Φίλης

Zambelis Spyros

Παλαιό Μέλος
#1
"ΣΤΙΣ ΕΚΒΟΛΕΣ ΤΟΥ ΧΕΙΜΑΡΟΥ" Διήγημα της Σωτηρίας Δημοπούλου.

''ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΑΥΤΟ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΑΦΟΡΑ ΜΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΔΙΕΔΡΑΜΑΤΙΣΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΕΤΟΣ 1914 ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΠΙΤΣΑ ΚΟΡΙΝΘΙΑΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΤΟ ΕΤΟΣ 1999 ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ "ΦΥΣΙΟΛΑΤΡΗΣ".




ΣΤΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΑΠΕΙΚΟΝΙΖΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΣΕΙΡΑ,
Ο ΨΑΛΤΗΣ ΗΛΙΑΣ ΦΙΛΗΣ ΜΕ ΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΕΥΓΕΝΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ, Η ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΜΕ ΤΟ ΓΑΜΠΡΟ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟ, ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΗΤΑΝ Ο ΠΑΠΠΟΥΣ ΚΑΙ Η ΓΙΑΓΙΑ ΜΟΥ...''






Στις εκβολές του χείμαρρου


Εκείνο το παγερό βράδυ του Φλεβάρη του 1915 η οικογένεια του Ηλία

Φίλη του θεοφοβούμενου ψάλτη του μικρού παραθαλάσσιου χωριού

της Κορινθίας είχε συγκεντρωθεί γύρω απ’ το παλιό ξύλινο τραπέζι

για το λιτό τους βραδινό. Από νωρίς το πρωί, χοντρές στάλες πυκνής

βροχής χτυπούσαν αλύπητα το φτωχικό σπιτάκι σχηματίζοντας ρυάκια

που έτρεχαν ασταμάτητα απ’ τα καμπυλωτά βυζαντινά κεραμίδια. Τα

σανιδένια παραθυρόφυλλα έτριζαν στο μαστίγωμα τα’ ανέμου. Ψυχρές

αέρινες ριπές, απρόσκλητοι επισκέπτες, παραβίαζαν τον χώρο και

εισέβαλαν από τις χαραμάδες στο εσωτερικό του σπιτιού με σφυριχτό

ήχο φέρνοντας ανατριχίλα στα τέσσερα παιδιά του ψάλτη που τ’

αδύνατα ποδαράκια τους είχαν ξυλιάσει.

Οι φλόγες απ’ το δαδί που ήταν καρφωμένο στον τοίχο τρεμόπαιζαν και

έριχναν σκιές στα λιπόσαρκα προσωπάκια και στα θλιμμένα μάτια τους.

Επικρατούσε σιωπή. Ορμητικό θεριό η θάλασσα συνέχιζε να βρυχάται

απειλητικά. Χοντρά χαλίκια που τα παράσερνε το νερό και ορδές

αρμύρας χτυπούσαν τους τοίχους και την πόρτα τους κατά κύματα,

κάνοντας την απόσταση που χώριζε το σπίτι από τη θάλασσα να

λιγοστεύει.

«Θα μας πάρει η θάλασσα απόψε», μονολόγησε ο πατέρας. Ο φόβος του

μεγάλωνε… Η ορμή του νερού που κατέβαινε απ’ το βουνό παφλάζοντας

στο διπλανό χείμαρρο και παρέσερνε κούτσουρα, ξύλα και μεγάλες

πέτρες που κουτρουβαλούσαν προς τη θάλασσα, έκανε το πάτωμα να

τρέμει.

Μέσα στο χαλασμό ακούστηκε ένα δειλό χτύπημα στην πόρτα. «Θεέ

και Κύριε, ποιος είναι έξω με τέτοιο καιρό;», μουρμούρισε η μητέρα κι

έτρεξε ν’ ανοίξει. Στο κατώφλι στέκονταν βρεγμένες ως το κόκκαλο,

τρέμοντας σαν δαρμένα σκυλιά, μια άγνωστη γυναίκα γύρω στα τριάντα

και ένα κοριτσάκι.

«Σας παρακαλώ βοηθήστε μας», είπε η γυναίκα κι άρχισε να κλαίει. Η

μικρή γαντζώθηκε επάνω της κι έκρυψε το πρόσωπό της στην τριμμένη

φούστα της μάνας της. «Περάστε, περάστε» ακούστηκε απ’ το βάθος η

φωνή του ψάλτη, που όπου έβρισκε φτωχό τον ελεούσε κι ας ήταν και ο

ίδιο πάμφτωχος. Σηκώθηκε, τις τράβηξε μέσα κι έκλεισε την πόρτα πίσω

τους.

Η κυρά-Ευγενία η γυναίκα του, έτρεξε γρήγορα στο μεγάλο μπαούλο κι

έβγαλε από μέσα το μοναδικό της φουστάνι κι ένα καθαρό πουκάμισο

του άντρα της, (ρούχα που φόραγαν τις Κυριακές στην εκκλησία) και

τους τα δωσε ν’ αλλάξουν. Ύστερα, με βιαστικές κινήσεις άρχισε να

γεμίζει με την ξύλινη κουτάλα τα βαθιά πήλινα πιάτα με τον αχνιστό

τραχανά και να τα’ αποθέτει πάνω στο τραπέζι. «Θεέ μου, βοήθα μας

να βγάλουμε τη νύχτα», είπε ο πατέρας κι έκαναν όλοι το σταυρό τους.

Αρχίσανε να τρώνε μ’ όρεξη ξεχνώντας προς στιγμή το φόβο τους. «Από

πού είσαι κυρά και πώς βρέθηκες εδώ τέτοιαν ώρα;» τη ρώτησε ο

κυρ-Ηλίας. Εκείνη έσφιξε το κουτάλι με τα μπλαβιά της δάχτυλα και

δάκρυα ανέβλυσαν απ’ τα μάτια της. «Δεν έχω κανένα στον κόσμο

εκτός από τούτο το παιδί», είπε. Κι άρχισε να ξετυλίγει το νήμα της

ζωής της. «Κανέναν και τίποτα, ούτε δουλειά ούτε σπίτι ούτε βιός. Από

τότε που ο άντρας μου ξελογιάστηκε και μας άφησε, γυρνάω τα χωριά

ξενοδουλεύοντας για να μην πεθάνουμε απ’ την πείνα».

Η γυναίκα συνέχισε να μιλάει γα τα βάσανά της. Τα παιδιά στο δικό τους

κόσμο έπαιζαν καθισμένα πάνω στη χρωματιστή κουρελού που ήταν

στρωμένη δίπλα στο τζάκι. Η ώρα περνούσε. Ξαφνικά, ένας δυνατός

τριγμός και ένα βουητό σαν ρόγχος ετοιμοθάνατου τους έκανε να

παγώσουν. Ο τοίχος από τη μεριά του χείμαρρου άρχισε να γέρνει κατά

πάνω τους, λες και τον έσπρωχνε απ έξω γίγαντας.

«Έξω - έξω, θα πνιγούμε», φώναξε ο κυρ-Ηλίας αρπάζοντας τα

δύο μικρότερα παιδιά στην αγκαλιά του. Πετάχτηκαν όλοι έξω.

Ο μανιασμένος αέρας κι η βροχή τους χτύπησαν στο πρόσωπο.

Προσπάθησαν να προχωρήσουν με δυσκολία μεσ’ στο θολό νερό που

τους έφτανε ως τα γόνατα. «Βοήθεια χριστιανοί», άρχισαν να φωνάζουν

και η φωνή τους χάνονταν μέσ’ στα μπουμπουνητά και τις στριγκλιές

των τρομαγμένων ζώων.

Στο φως της αστραπής είδαν τον στάβλο με το σπίτι να καταρρέει

και τ’ ορμητικό νερό του χείμαρρου να παρασέρνει τους κόπους μιας

ολόκληρης ζωής.

«Η μηχανή μου, η μηχανή μου», έσκουξε η Παναγιώτα η δεκαεξάχρονη

κόρη του ψάλτη, βλέποντας το σπουδαιότερο απόχτημα της ζωής της, μια

ολοκαίνουργη Singer ραπτομηχανή χειρός, που την ξεχρέωνε κάνοντας

μεροδούλια στην εύφορη Βόχα, να χάνεται προς τη θάλασσα. Σαν την

τρελή όρμησε μέσα στα κύματα και την άρπαξε. Σε μια στιγμή χάθηκε

από τα μάτια τους, μα ένα δυνατό κύμα την παρέσυρε και την πέταξε έξω

με τη μηχανή της αγκαλιά…. Στο μεταξύ άρχισαν να καταφτάνουν με

φανάρια οι γείτονες και τους περιμάζεψαν.

Το πρωί, η θάλασσα ήταν λάδι. Το κυματάκι έσκαγε απαλά και χάιδευε

τη στεριά με γλύκα. Σωροί από πλίθες, ξύλα και διάφορα ετερόκλητα

αντικείμενα ήταν σκορπισμένα εδώ κι εκεί. Μερικά τουμπανισμένα

πτώματα ζώων επέπλεαν στα βάθη του ορίζοντα κι ένα μισοχωμένο

ξύλινο κασόνι με στάρι ξεπρόβαλε μέσα απ’ την άμμο.

Δεν υπήρχαν δάκρυα στα μάτια του ψάλτη για να θρηνήσει. Μόνο

κοιτώντας το γαλάζιο ουρανό έπιασε με τη ζεστή μακρόσυρτη φωνή του

να ψέλνει σαν μουζείνης, νιώθοντας βαθιά ευγνωμοσύνη προς το Θεό

που χάρη σ’ εκείνη την ευλογημένη διακονιάρα άργησαν να κοιμηθούν

και δεν τους έπιασε το νερό στον ύπνο.

Σαν τα εργατικά μυρμήγκια άρχισαν να καταφθάνουν οι χωριανοί.

Μερικοί μετέφεραν ζώα που τα έδεναν σε στυγερά που τα έμπηγαν βαθιά

στη λασπωμένη γη. Άλλοι κρατούσαν χοντρές μπαντανίες, κοφίνια με

φασόλια και ότι άλλο μπορεί να βάλει ο νους σου.

«Ξέλαξη! Ξέλαξη!»* Μια μόνη λέξη πλανιόταν στον αέρα. Τα

γαϊδουράκια μετέφεραν ολομερής πέτρες απ’ το βουνό. Άλλο σπίτι δεν

χτίστηκε ποτέ στα χρονικά της περιοχής μέσα σ’ ένα μήνα. Τα δουλεμένα

χέρια όμως και οι καθαρές καρδιές το πέτυχαν. Όλο αυτό το διάστημα

δεν στάλαξε, παρά μόνον ο ήλιος έλαμπε σαν καλοκαίρι.

Όταν το τελείωσαν, αγκαλιάστηκαν κι φιλήθηκαν όλοι. Οι καμπάνες

χτύπησαν χαρούμενα λες κι ήταν Πάσχα. Η ραπτομηχανή γυαλίστηκε και

τοποθετήθηκε σε περίοπτη θέση μέσα στο καινούργιο σπίτι όπου έζησαν

την υπόλοιπη ζωή τους με φτώχεια και αγάπη.

Το σπίτι αυτό υπάρχει ακόμα και σήμερα δίπλα στο χείμαρρο και

στέκει ακλόνητο, με τις πέτρες δεμένες γερά μεταξύ τους, όπως δεμένες

ήταν και εκείνες οι ψυχές που το ‘κτισαν. Βρίσκεται εκεί και φωτίζει

την ιστορία του μικρού χωριού σαν ένα ταπεινό μνημείο Ανθρώπινης

φιλαλληλίας και Αμοιβαιότητας.


*Ξέλαξη: Συμπαράσταση. Αλληλοβοήθεια σε περιπτώσεις

θεομηνίας ή θανάτου.

[''ΚΑΛΗΣΠΕΡΑ ΑΓΑΠΗΤΕ ΜΟΥ ΣΠΥΡΟ!
ΒΕΒΑΙΩΣ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΑΝΕΒΑΣΕΙΣ ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΜΟΥ ΣΤΟ ΨΑΛΤΟΛΟΓΙΟ ΚΑΙ ΣΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΠΟΛΥ.''}
 

Attachments

Last edited:
Top