Γλωσσάριο 100 δύσκολων λέξεων της Μεγ. Εβδομάδας (Β: κατά ημέρα)

Γιώργος Μ.

Παλαιόν μέλος
#1
Το αλφαβητικό Γλωσσάριο αναρτάται και με ταξινόμηση κατά ημέρα προς διευκόλυνση των ψαλλόντων.

Καλή Ανάσταση σε όλους!

________________________________________________________________


Μ. ΔΕΥΤΕΡΑ, Όρθρος


ἀναρτηθῆναι
Απαρέμφατο Παθητ. Αορίστου του ρ. ἀναρτῶ = κρεμώ
καταδέχεται, ἀναρτηθῆναι ἐν ξύλῳ, τοῦ σῶσαι τὸν ἄνθρωπον. (Κάθισμα)

δρακί
δοτική του δράξ, δρακός = παλάμη (πβ. άδραξα, δραχμή)
ὁ τὰ σύμπαντα, ἐν τῇ δρακὶ περιέχων (Κάθισμα)

ἐτασμός
= δοκιμασία, βάσανος
(<ἐτάζω)
ὁ γὰρ Κτίστης ἔρχεται, σταυρὸν καταδέξασθαι, ἐτασμούς καὶ μάστιγας, Πιλάτῳ κρινόμενος· (Κάθισμα)

ἀπωσάμενοι
Μετοχή Αορίστου του ρ. ἀπωθοῦμαι ( = διώχνω μακριά, απωθώ)
Ῥύπον πάντα ἐμπαθῆ, ἀπωσάμενοι, ἐπάξιον τῆς θείας Βασιλείας, γνώμην ἀναλάβετε ἔμφρονα, (Κανόνας)

εἶξε
Αόριστος του ρ. εἴκω = υποχωρώ (βλ. κ. ὑπείκω)
καὶ εἶξε τὸ τραφέν, ἐν ἀπείρῳ ὕλῃ, ἀκάματον πῦρ. (Κανόνας)

εὐαγής
= καθαρός, άμωμος
(< ἄγος, πβ. ἐναγής, το αντίθετο)
Ἔφριξε Παίδων εὐαγῶν, τὸ ὁμόστολον ψυχῆς ἄσπιλον σῶμα, (Κανόνας)

συναπάχθητε
Προστακτική Παθ. Αορίστου του συναπάγομαι = αίρομαι, φέρομαι μακριά (μαζί με άλλους)
Ἀφορῶντες εἰς ἐμέ, εἶπας Κύριε τοῖς σεαυτοῦ Μαθηταῖς, μὴ φρονεῖτε ὑψηλά, ἀλλὰ συναπάχθητε τοῖς ταπεινοῖς, (Κανόνας)

ἀνάνηψον
Προστακτική Αορίστου του ρ. ανανήφω = ανακτώ τη νηφαλιότητά μου• συνέρχομαι (πβ. νήφω, νῆψις)
ἀλλὰ ἀνάνηψον κράζουσα· Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος εἶ ὁ Θεός, διὰ τῆς Θεοτόκου ἐλέησον ἡμᾶς (ἐκ τρίτου). (Τροπάριο Νυμφίου)


Μ. ΤΡΙΤΗ, Όρθρος


ἀπαμφίασον
Προστατική Αορίστου του ρ. ἀπαμφιέννυμι = αφαιρώ το ένδυμα, γδύνω (πβ. ἄμφιο, ἀμφίεση)
τὴν δυσείμονά μου μορφήν, τῶν πταισμάτων ἀπαμφίασον, (Ιδιόμελο Αίνων)

δαιτυμών
= αυτός που παρακάθεται σε γεύμα, ο ομοτράπεζος·
(< αρχ. δαιτύς "γεύμα", πβ. πανδαισία)
δαιτυμόνα φαιδρὸν ἀνάδειξον, τῆς Βασιλείας σου ὡς εὔσπλαγχνος. (Ιδιόμελο Αίνων)

ῥέμβομαι
= περιφέρομαι εδώ κι εκεί, τριγυρνάω άσκοπα ή απογραμμάτιστα

καὶ νεάνισιν ὡμοιώθην μωραῖς, ἐν καιρῷ τῆς ἐργασίας ῥεμβόμενος (Ιδιόμελο Αίνων)

δυσείμων
= κακοντυμένος
(δυσ- + -είμων [< εἷμα "ένδυμα"], πρβλ. λευχείμων)
τὴν δυσείμονά μου μορφήν, τῶν πταισμάτων ἀπαμφίασον, (Ιδιόμελο Αποστίχων)

ἄπωθεν
επίρρημα = μακριά
Ῥαθυμίαν, ἄπωθεν ἡμῶν, βαλλώμεθα, καὶ φαιδραῖς ταῖς λαμπάσι, (Κανόνας)


Μ. ΤΕΤΑΡΤΗ, Όρθρος


μυρεψός
= αυτός που παρασκευάζει μύρα, ο μυροποιός
(< μύρον + ἕψω "ψήνω")
Ἡ ἁμαρτωλὸς ἔδραμε πρὸς τὸ μύρον πριάσασθαι, πολύτιμον μύρον, τοῦ μυρίσαι τὸν εὐεργέτην, καὶ τῷ μυρεψῷ ἐβόα· (Δοξαστικό Αίνων)

ἀποσμήχω
= καθαρίζω (συνήθ. με σφουγγάρι)
(< σμήχω, πβ. σμήγμα)
καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας, ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν, τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις, (Δοξαστικό Αποστίχων)

ἀσέληνος
= αυτός που δεν φωτίζεται (από το φως της σελήνης)• ο σκοτεινός
(< σέλας)
ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος, ἔρως τῆς ἁμαρτίας. (Δοξαστικό Αποστίχων)

ἀπώσω
Αόριστος (β΄ ενικό) του ρ. ἀπωθοῦμαι ( = διώχνω μακριά, απωθώ)
ἀλλὰ δέξαι με μετανοοῦσαν, ἣν οὐκ ἀπώσω ἁμαρτάνουσαν Κύριε, διὰ τὸ μέγα σου ἔλεος. (Ιδιόμελο Αποστίχων)

κυλινδοῦμαι
(κ. κυλίνδομαι) περιστρέφομαι• (εδώ) κυλιέμαι (στο έδαφος) (πβ. κύλινδρος)
καὶ γυνὴ ἁμαρτωλὸς προσελθοῦσα, τοῖς ποσὶν ἐκυλινδοῦτο βοῶσα· (Ιδιόμελο Αποστίχων)

ἀπώσῃ
Υποτακτική Αορίστου (β’ ενικό) του ρ. ἀπωθοῦμαι ( = διώχνω μακριά, απωθώ)
Μὴ ἀπώσῃ με, μηδὲ βδελύξῃ Θεέ μου, ἀλλὰ δέξαι με, μετανοοῦσαν, καὶ σῶσον, ὡς μόνος φιλάνθρωπος. (Κάθισμα)

ἐκμάσσω
= σφουγγίζω, σκουπίζω
(πβ. μάκτρον)
Ἡ Πόρνη ἐν κλαυθμῷ, ἀνεβόα οἰκτίρμον, ἐκμάσσουσα θερμῶς, τοὺς ἀχράντους σου πόδας, (Κάθισμα)

παροινήσας
μετοχή Αορίστου του ρ. παροινῶ = φέρομαι βίαια και υβριστικά κατά την οινοποσία• (κατ’ επέκτ.) φέρομαι σαν μεθυσμένος (< πάροινος "οινοπότης, μέθυσος")
Ὅθεν καὶ παροινήσας, τρέχει πρὸς Ἰουδαίους, (Κάθισμα)

ἀνάψας
Μετοχή Αορίστου του ρ. ἀνάπτω = αναρτώ, κρεμώ (μεταγενέστερο το "ανάβω")
ἀπογνώσει γὰρ σαυτόν, ἑβρόχισας ἀνάψας προδότα. (Κανόνας)

ἀντωσάμενος
Μετοχή Αορίστου του ρ. ἀντωθοῦμαι = σπρώχνω προς τα πίσω• (κατ’ επέκτ.) απωθώ
οἰκειότητα Χριστοῦ, Ἰούδας ἀντωσάμενος χρυσοῦ. (Κανόνας)
ΣΗΜ. . Κατά μία εκτίμηση ο υμνογράφος δεν έχει κατά νού το σπάνιο (ή και αδόκιμο) ρ. ἀντωθοῦμαι "σπρώχνω πίσω", αλλά το ἀπωθοῦμαι τροποποιημένο σε ἀντωθοῦμαι, για να το τονιστεί το "αντίτιμο" της απωθήσεως.

διήμαρτε
αόριστος του ρ. διἁμαρτάνω = αποτυγχάνω• δεν κατορθώνω να πάρω κάτι (< ἁμαρτία)
διὸ τῶν ἐν βίῳ οὐ διήμαρτε, πεπραγμένων τῆς ἀπολυτρώσεως (Κανόνας)

ἐκμάσσω
= σφουγγίζω, σκουπίζω
(πβ. μάκτρον)
Δάκρυσι πλύνει, τοὺς πόδας ὑπεύθυνος, ἁμαρτίαις τοῦ πλάσαντος, καὶ ἐκμάσσει θριξί· (Κανόνας)

ἐπελάβετο
Αόριστος του ρ. ἐπιλαμβάνομαι = κρατώ, πιάνω
Ἀποκενοῦσα, Γυνὴ μύρον ἔντιμον, δεσποτικῇ καὶ θείᾳ, φρικτῇ κορυφῇ, Χριστὲ τῶν ἰχνῶν σου ἐπελάβετο, τῶν ἀχράντων (Κανόνας)

ἱκανούσθω
Προστακτική του ρ. ἱκανοῦμαι = είμαι αρκετός, επαρκής (< ἱκανός "αρκετός")
Ἱκανούσθω, τὸ κοινωνικόν, ψυχῆς ἡμῶν ἔλαιον ἐν ἀγγείοις, (Κανόνας)

κεχραμέναις
Μετοχή Παρακειμένου του ρ. χραίνω = μολύνω
Χριστὲ τῶν ἰχνῶν σου ἐπελάβετο, τῶν ἀχράντων, κεχραμέναις παλάμαις (Κανόνας)
ΣΗΜ. . Δηλ. με μολυσμένα χέρια

λογοπραγῶ
= κάνω συμφωνία για κάτι
(< λογο-* + -πραγῶ < πράττω)
δῶρον ἀξιόθεον λογοπραγεῖ, δι' οὗ ὀφειλέσιον ἐλύθη ἁμαρτημάτων (Κανόνας)

περιέθου
Αόριστος (β ενικό) του ρ. περιτίθεμαι = περιβάλλομαι
Ἐμεγάλυνας Χριστέ, τὴν τεκοῦσάν σε Θεοτόκον, ἀφ' ἧς ὁ πλάστης ἡμῶν, ὁμοιοπαθὲς περιέθου σῶμα (Κανόνας)

πηρωτικός
= αυτός που τυφλώνει
(< πηρόω < πηρός, "αδύναμος", "ανάπηρος" και ειδικότ. "τυφλός")
Ὢ πηρωτικής, φιλαργυρίας ἄσπονδε! (Κανόνας)

πέλω
(ως συνδετ. ρήμα) = είμαι, υπάρχω
Ἡ πρῴην ἄσωτος Γυνή, ἐξαίφνης σώφρων ὤφθη, [….] καὶ κρίσιν τῆς κολάσεως, ἣν ὑποστῶσι πόρνοι καὶ ἄσωτοι, ὧν περ πρῶτος πέλω (Κοντάκιο)

ἐπίρρυτος
= που ρέει (σαν υγρό)

Ἀλλ' ὁ τῷ, νοητῷ μύρῳ χρισθείς, Χριστὲ ὁ Θεός, τῶν ἐπιρρύτων παθῶν ἐλευθέρωσον, καὶ ἐλέησον ἡμᾶς, ὡς μόνος ἅγιος, καὶ φιλάνθρωπος. Ἀμήν. (Συναξάριο)
ΣΗΜ. . Ο προσδιορισμός των παθών ως ἐπιρρύτων αναφέρεται στο εφήμερό τους (χρήση που απαντά κυρίως στον Γρηγόριο Νύσσης) και εδώ γίνεται σε αντιδιαστολή με το αναφερόμενο νοητό μύρο (ὁ τῷ, νοητῷ μύρῳ χρισθείς).


Μ. ΠΕΜΠΤΗ, Όρθρος


εὔωνος
= φθηνός, οικονομικός, προσιτός
(εὖ + ὠνοῦμαι "αγοράζω")
Ὢ φιλαργυρίας προδότου! εὔωνον ποιεῖται τὴν πρᾶσιν, (Ιδιόμελο Αίνων)

πέπρακα
Παρακείμενος του ρ. πιπράσκω = πουλάω (πβ. πρατήριον)
τὸν Δεσπότην τῶν ἁπάντων, ὡς δοῦλον πέπρακε τοῖς παρανόμοις (Ιδιόμελο Αίνων)

πραθῆναι
απαρέμφατο παθητικού Αορίστου του ρ. πιπράσκω (βλ. παραπάνω)
ἐπεζήτει δὲ καὶ τὸ μύρον πραθῆναι, καὶ τὸν Ἰησοῦν δόλῳ κρατηθῆναι, (Ιδιόμελο Αίνων)

ῥιφείς
Μετοχή Παθητ. Αορίστου β΄ (ἐρρίφην) του ρ. ῥίπτω = (εδώ) απορρίπτω
χοροῦ δὲ Ἀποστόλων ῥιφείς, καὶ τὰ τριάκοντα ῥίψας ἀργύρια, σοῦ τὴν τριήμερον Ἀνάστασιν οὐκ εἶδε, δι' ἧς ἐλέησον ἡμᾶς. (Ιδιόμελο Αίνων)

τρύβλιον
= (α) κούπα, ποτήρι (β) πιάτο

Ἰούδας ὁ παράνομος Κύριε, ὁ βάψας ἐν τῷ δείπνῳ τὴν χεῖρα, ἐν τῷ τρυβλίῳ μετὰ σοῦ, (Ιδιόμελο Αίνων)

ἄμφω
(δυϊκός αριθμός) = και τα δύο
Σήμερον τὴν τῶν χρημάτων ἀγχόνην, Ἰούδας ἑαυτῷ περιτίθησι, καὶ στερεῖται κατ' ἄμφω, ζωῆς προσκαίρου καὶ θείας. (Ιδιόμελο Αποστίχων)

κυσίν
δοτ. πληθ. του κύων, κυνός = σκύλος (πβ. κυνόδοντας)
νῦν ἔβαλε τὰ ἅγια, τοῖς κυσὶν ὁ μαθητὴς· (Ιδιόμελο Αποστίχων)
ΣΗΜ. . πβ. μὴ δότε τἀ ἃγια τοῖς κυσίν

νοσφίζομαι
= ιδιοποιούμαι, οικειοποιούμαι παράνομα
(< επίρρ. νόσφι "μακριά", "κατ' ιδίαν, κρυφά")·
οὐκέτι τὸ μύρον πιπράσκει, τὸ τῆς ἁμαρτωλοῦ, ἀλλὰ τὸ οὐράνιον μύρον, καὶ ἐξ αὐτοῦ νοσφίζεται τὰ ἀργύρια (Ιδιόμελο Αποστίχων)

πιπράσκω
= πουλάω
(πβ. πρατήριον)
οὐκέτι τὸ μύρον πιπράσκει, τὸ τῆς ἁμαρτωλοῦ, ἀλλὰ τὸ οὐράνιον μύρον, (Ιδιόμελο Αποστίχων)

ἀπαναινόμενος
Μετοχή του ρ. ἀπαναίνομαι = αρνούμαι, απορρίπτω (< αἲνομαι "δέχομαι", πβ. αἶνος)
ἀπαναινόμενος Πέτρος δὲ νίπτεσθαι, αὖθις τῷ θείῳ ὑπείκει προστάγματι, (Κάθισμα)

ὑπείκω
= υποχωρώ
(βλ. κ. εἶξε)
ἀπαναινόμενος Πέτρος δὲ νίπτεσθαι, αὖθις τῷ θείῳ ὑπείκει προστάγματι, (Κάθισμα)

ἀκουτισθῶμεν
Υποτακτική Αορίστου του ρ. ἀκουτίζομαι = ακούω με προσοχή (< ακούω, ακοή)
Ἀκουτισθῶμεν, πάντες οἱ πιστοί, συγκαλουμένης ὑψηλῷ κηρύγματι, (Κανόνας)

ἄπιτε
Προστακτική του ρ. ἄπειμι = πηγαίνω, φεύγω
Ἄπιτε τοῖς Μαθηταῖς, ὁ Λόγος ἔφη, (Κανόνας)

ἀποῤῥυφθήναι
Απαρέμφατο (Παθ.) Αορίστου του ρ. ἀπορρύπτομαι = καθαρίζομαι, πλένομαι (< ῥύπος)
Ῥύπον τις μὴ ἔχων ἀπορρυφθῆναι οὐ δεῖται πόδας· (Κανόνας)
ΣΗΜ. . (σε κάποιες εκδόσεις εσφαλμένως γράφεται ἀπορριφθῆναι)

ἄσχετος
= που δεν συνέχεται, συγκρατείται από κάπου
(< σχεῖν, του ρ. ἔχω)
Ἡ τὸ ἄσχετον κρατοῦσα, καὶ ὑπερῷον ἐν αἰθέρι ὕδωρ (Κανόνας)

δαιτυμών
= αυτός που παρακάθεται σε γεύμα, ο ομοτράπεζος·
(< αρχ. δαιτύς "γεύμα", πβ. πανδαισία)
Οἱ δαιτυμόνες οἱ μακαριστοί, ἐν τῇ Σιὼν τῷ Λόγῳ προσκαρτερήσαντες, (Κανόνας)

δεῖται
τρίτο πρόσωπο του ρ. δέομαι = χρειάζομαι
Ῥύπον τις μὴ ἔχων ἀπορρυφθῆναι, οὐ δεῖται πόδας· (Κανόνας)

δεξιοῦμαι
= χαιρετώ με το δεξί χέρι• (εδώ) υποδέχομαι, λαμβάνω

Ἐδεξιοῦτο τὸ λυτήριον, τῆς ἁμαρτίας σῶμα, ὁ ἀσυνείδητος, (Κανόνας)

δυσώνυμος
= αυτός που έχει κακό όνομα• μισητός
(δυσ- + όνομα, πβ. ανώνυμος)
Νόμου φιλίας, ὁ δυσώνυμος, Ἰσκαριώτης γνώμῃ ἐπιλαθόμενος (Κανόνας)

ἐξαπενίζοντο
Παρατατικός του ρ. ἐξαπονίζομαι, επιτατικός τύπος του ρ. ἀπονίζομαι (κ. ἀπονίπτομαι) = νίπτομαι, πλένομαι
τῷ δεσπόζοντι τῶν ὅλων, ἑαυτοὺς Χριστῷ, ἀναθέμενοι, ὡραίους πόδας ἐξαπενίζοντο, (Κανόνας)

ἔπτηξαν
Αόριστος του ρ. πτήσσω = ζαρώνω από φόβο• φοβάμαι
Οἱ Παῖδες ἐν Βαβυλῶνι, καμίνου φλόγα οὐκ ἔπτηξαν (Κανόνας)

ᾐδεῖτο
Παρατατικός του ρ. αἰδοῦμαι = αισχύνομαι• σέβομαι (< αίδώς, βλ. κ. αἰδεσθεῖσα)
ἀλλ' οὐκ ᾐδεῖτο πίνων, ὃ ἐπίπρασκε τιμῆς (Κανόνας)

νευστάζω
= νυστάζω, ανεβοκατεβάζω το κεφάλι από τη νύστα
(< νεύω)
Νευστάζων κάραν Ἰούδας, κακὰ προβλέπων ἐκίνησεν (Κανόνας)
ΣΗΜ. . Η φράση έχει ομηρική προέλευση (κατά τον π. Κ. Παπαγιάννη)

ὀφειλέσιον
= χρέος• (κυριολ. μικρό χρέος)
(< ὀφειλέτης)
Ἀγνώμων φανείς, καὶ πονηρὸς ζηλότυπος, δῶρον ἀξιόθεον λογοπραγεῖ, δι' οὗ ὀφειλέσιον ἐλύθη ἁμαρτημάτων (Κανόνας)

παρείποντο
Παρατατικός του ρ. παρέπομαι = ακολουθώ (< ἔπομαι, πβ. επόμενος)
Οἱ δαιτυμόνες οἱ μακαριστοί, ἐν τῇ Σιὼν τῷ Λόγῳ προσκαρτερήσαντες, οἱ Ἀπόστολοι παρείποντο, τῷ Ποιμένι ὡς ἄρνες (Κανόνας)

πιπράσκω
= πουλάω
(πβ. πρατήριον)
ἀλλ' οὐκ ᾐδεῖτο πίνων, ὃ ἐπίπρασκε τιμῆς (Κανόνας)

προσώχθισε
Αόριστος του ρ. προσοχθίζω = δυσφορώ (με κάποιον/κάτι)• (κατ΄ επέκταση) αποστρέφομαι,
ἀλλ' οὐκ ᾐδεῖτο πίνων, ὃ ἐπίπρασκε τιμῆς οὐ κακίᾳ προσώχθισε καὶ βοᾶν οὐ συνῆκε· (Κανόνας)
ΣΗΜ. . Ψαλμό 35,5: ἀνομίαν διελογίσατο ἐπὶ τῆς κοίτης αὐτοῦ, παρέστη πάσῃ ὁδῷ οὐκ ἀγαθῇ, κακίᾳ δὲ οὐ προσώχθισε

πτερνισμός
= λάκτισμα
(< πτερνίζω "χτυπώ με τις φτέρνες – ρίχνω κάτω")
καὶ σοῦ ἐσθίων ἄρτον, Σῶμα θεῖον, ἐπῆρε πτερνισμόν ἐπὶ σέ, Χριστέ, (Κανόνας)
ΣΗΜ. . Ψαλ. 40,10: ὁ ἐσθίων ἄρτους µου, ἐµεγάλυνεν ἐπ’ ἐµέ πτερνισµόν.

ῥοπή
= α) κλίση• (κατ’ επέκτ.) ορμή
καθαροὶ ὦ Μαθηταὶ ὑμεῖς δέ, ἀλλ' οὐχὶ πάντες· ῥοπὴ γὰρ ἀτάκτως, ἐξ ὑμῶν ἑνὸς μαίνεται. (Κανόνας)


συνήσει
Μέλλοντας του ρ. συνίημι = κατανοώ
καὶ οὗτος ἀσύνετος ὢν, οὐ μὴ συνήσει· (Κανόνας)

τμηθείσῃ
τμηθείσῃ (εννοείται ράβδῳ). Μετοχή Παθ. Αορίστου του ρ. τέμνω = κόβω
Τμηθείσῃ τμᾶται, πόντος ἐρυθρός, κυματοτρόφος δέ ξηραίνεται βυθός. (Κανόνας)
ΣΗΜ. . Κατά τον π. Κ. Παπαγιάννη η φράση πρέπει να κατανοηθεί σε παραλληλισμό με τον ειρμό "Ἡ κεκομμένη τὴν ἄτομον ἔτεμε", που αναφέρεται στο ίδιο γεγονός. Δηλ. η κεκομμένη είναι ό,τι και τμηθείσα.

τρύβλιον
= (α) κούπα, ποτήρι (β) πιάτο

Μεθ' ὅστις ἐμοῦ τὴν χεῖρα, τρυβλίῳ βάλλει θρασύτητι, (Κανόνας)

ἐκμάσσω
= σφουγγίζω, σκουπίζω
(πβ. μάκτρον)
ἵνα ἴδωμεν τοὺς πόδας πῶς ἀπονίπτει τῶν Μαθητῶν, καὶ ἐκμάσσει τῷ λεντίῳ, (Οίκος)

φενακίζω
= εξαπατώ, παραπλανώ
(< φενάκη = περούκα)
Προσεύχῃ· καὶ φόβητρα, θρόμβοι αἱμάτων, / Χριστέ, προσώπου, παραιτούμενος δῆθεν / Θάνατον, ἐχθρὸν ἐν τούτοις φενακίζων. (Στίχοι Συναξαρίου)
ΣΗΜ. . Απηχείται η πατερική διδασκαλία περί της εξαπατήσεως του διαβόλου κατά το πάθος του Χριστού.


Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ


Όρθρος



διαδονῶ
= δονώ, σείω, τραντάζω πέρα ως πέρα

τὰ θεμέλια τῆς γῆς, διεδονεῖτο φόβῳ τοῦ κράτους σου, (Αντίφωνο)

ἐτύθη
(Παθητικός) Αόριστος του θύομαι = θυσιάζομαι
Μὴ ὡς Ἰουδαῖοι ἑορτάσωμεν· καὶ γὰρ τὸ Πάσχα ἡμῶν, ὑπὲρ ἡμῶν ἐτύθη Χριστὸς ὁ Θεός, (Αντίφωνο)

πέπρακα
Παρακείμενος του ρ. πιπράσκω = πουλάω (πβ. πρατήριον)
Ὁ μαθητὴς τοῦ Διδασκάλου, συνεφώνει τὴν τιμήν, καὶ τριάκοντα ἀργυρίοις, πέπρακε τὸν Κύριον (Αντίφωνο)
μαθητὴς γενόμενος, Δεσπότην παρέδωκεν, ἀργυρίῳ πέπρακε, τὸν μάννα χορτάσαντα τὸν ἄνθρωπον. (Αντίφωνο)

ῥοπή
β) κρίσιμο σημείο, γενικότ. στιγμή (πβ. μία ῥοπή καὶ ταῦτα πάντα θάνατος διαδέχεται)
Μικρὰν φωνὴν ἀφῆκεν ὁ Λῃστὴς ἐν τῷ σταυρῷ, μεγάλην πίστιν εὗρε, μιᾷ ῥοπῇ ἐσώθη, (Αντίφωνο)
ΣΗΜ. . (σε μια στιγμή σώθηκε)

ἀπώσατο
Αόριστος (γ΄ενικό) του ρ. ἀπωθοῦμαι ( = διώχνω μακριά, απωθώ)
μὴ συνδειπνήσας ἐκείνοις, σὲ τῆς τραπέζης ἀπώσατο; (Κάθισμα)

σκῆψις
= πρόφαση, πρόσχημα, δικαιολογία

Ἐν τῷ δείπνῳ τοὺς Μαθητὰς διατρέφων, καὶ τὴν σκῆψιν τῆς προδοσίας γινώσκων, ἐν αὐτῷ τὸν Ἰούδαν διήλεγξας, (Κάθισμα)
ΣΗΜ. . Ως σκῆψις, δηλαδή πρόφαση της προδοσίας, την οποία γνώριζε ο Χριστός, θα μπορούσε να εννοηθεί η διαμαρτυρία του Ιούδα για την απώλεια του μύρου (Ματθ. 26,9). Δύσκολο να εννοηθεί ως σκῆψις η φιλαργυρία του Ιούδα, διότι αυτό είναι η αιτία, όχι η πρόφαση της προδοσίας. Η χρήση της λέξης στους πατέρες και κυρίως στον Χρυσόστομο παραπέμπει σε πρόφαση.

ἀπαγορεύω
= (εδώ) αποκλείω

Ἀπαγορεύεις, Σίμων Πέτρε, ὅπερ πείσῃ τάχος ὡς εἴρηται· (Κανόνας)

αὐτόφθονος
= που έχει μέσα του τον φθόνο

Τοῖς ἔθνεσιν ἔκδοτον τὴν ζωήν, σὺν τοῖς Γραμματεύσιν, ἀναιρεῖσθαι οἱ Ἱερεῖς, παρέσχον, πληγέντες, αὐτοφθόνῳ κακίᾳ τὸν φύσει Ζωοδότην, ὃν μεγαλύνομεν. (Κανόνας)
ΣΗΜ. . Τύπος σχηματισμένος μάλλον αναλογικά προς το αυτόχθων, με τη σημασία "κακία εγχώρια", δηλ. που γεννιέται από τον ίδιο τους τον φθόνο. Δημιουργείται αντιδιαστολή με το πληγέντες: δηλαδή πληγώθηκαν από μόνοι τους.

διακενῆς
επίρρημα = μάταια, άσκοπα (< διά κενῆς (ενν. πράξεως)
Νόμον ἀγνοοῦντες οἱ ἀσεβεῖς, φωνὰς Προφητῶν τε, μελετῶντες διακενῆς, (Κανόνας)

ἔκδοτος
= παραδομένος• προδομένος
(< ἐκδίδωμι)
Τοῖς ἔθνεσιν ἔκδοτον τὴν ζωήν, σὺν τοῖς Γραμματεύσιν, ἀναιρεῖσθαι οἱ Ἱερεῖς, παρέσχον (Κανόνας)

θᾶττον
Επίρρημα, συγκριτικός του ταχέως = πιο γρήγορα
καὶ σοὶ παιδίσκη, οἷα θᾷττον προσελθοῦσα πτοήσει σε, ὁ Κύριος ἔφη· (Κανόνας)
ΣΗΜ. . Το οἷα εδώ είναι μάλλον ουδέτερο της αντωνυμίας οἷος ως επίρρημα, εδώ με επιτατική σημασία ( = πολύ γρήγορα).

θροεῖσθε
Προστακτική Ενεστώτα του ρ. θροοῦμαι = τρομοκρατούμαι
Ὁρᾶτε ἔφης, φίλοι μὴ θροεῖσθε· (Κανόνας)

πείσῃ
Μέλλοντας (β’ ενικό) του ρ. πάσχω
Ἀπαγορεύεις, Σίμων Πέτρε, ὅπερ πείσῃ τάχος ὡς εἴρηται· (Κανόνας)

προήσομαι
Μέλλοντας του ρ. προΐεμαι = (για λόγο) εκφωνώ, λέω
Βέβηλον ἔπος τῶν χειλέων, οὔ ποτε προήσομαι Δέσποτα, (Κανόνας)

ῥυφθέντες
Μετοχή (Παθ.) Αορίστου του ρ. ῥύπτομαι = καθαρίζομαι, πλένομαι (βλ. κ. ἀποῤῥυφθῆναι)
Ῥυφθέντες πόδας, καὶ προκαθαρθέντες, μυστηρίου μεθέξει, τοῦ θείου νῦν Χριστέ, (Κανόνας)

ἑσμός
= πλήθος, αγέλη, ομάδα

Τῶν θεοκτόνων ὁ ἑσμός, Ἰουδαίων ἔθνος τὸ ἄνομον, (Μακαρισμοί)

ὠνήσαντο
Αόριστος του ρ. ὠνοῦμαι = αγοράζω (πβ. εξωνημένος, αργυρώνητος κ.λπ.)
Τὸν τοῦ νόμου Ποιητήν, ἐκ μαθητοῦ ὠνήσαντο ἄνομοι, (Μακαρισμοί)

ἀναρτῶ
= κρεμώ (προσηλώνω)

Σήμερον σὲ θεωροῦσα, ἡ ἄμεμπτος Παρθένος ἐν Σταυρῷ, Λόγε ἀναρτώμενον, (Ιδιόμελο Αποστίχων)

ἔδυς / ἔδυ
Αόριστος β΄ του ρ. δύω = βυθίζομαι• (κατ’ επέκταση) χάνομαι
οἴμοι τὸ φῶς τοῦ Κόσμου! τί ἔδυς ἐξ ὀφθαλμῶν μου, ὁ Ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ. · (Ιδιόμελο Αποστίχων)
Υἱέ μου, ποῦ τὸ κάλλος ἔδυ τῆς μορφῆς σου; (Ιδιόμελο Αποστίχων)

ἐτέτρωτο
Υπερσυντέλικος του ρ. τιτρώσκομαι = πληγώνομαι (πβ. τρωτός, άτρωτος)
ὀδυρομένη μητρῷα σπλάγχνα, ἐτέτρωτο τὴν καρδίαν πικρῶς (Ιδιόμελο Αποστίχων)

πραθέντι
δοτ. παθητικης μετοχής (πραθείς) του ρ. πιπράσκω = πουλάω (πβ. πρατήριον)
Διό σοι βοῶμεν, τῷ πραθέντι καὶ ἐλευθερώσαντι ἡμᾶς, Κύριε δόξα σοι. (Ιδιόμελο Αποστίχων)



Μεγάλες Ώρες


ἀνεδήσω
Αόριστος του ρ. ἀναδέομαι = φορώ ως διάδημα, στεφάνι (πβ. διάδημα)
Πρὸ τοῦ τιμίου σου Σταυροῦ, στρατιωτῶν ἐμπαιζόντων σε Κύριε, αἱ νοεραὶ στρατιαὶ κατεπλήττοντο· ἀνεδήσω γὰρ στέφανον ὕβρεως, ὁ τὴν γῆν ζωγραφήσας τοῖς ἄνθεσι, (Ιδιόμελο Ωρών)



Εσπερινός


εἰλήσω
Υποτακτική Αορίστου του ρ. εἰλέω (βλ. εἰλήσας) = τυλίγω
πῶς σε κηδεύσω Θεέ μου; ἢ πῶς σινδόσιν εἱλήσω; (Δοξαστικό Αποστίχων)

αἰδεσθεῖσα
μετοχή Αορίστου του ρ. αἰδοῦμαι = αισχύνομαι, ντρέπομαι (< αἰδώς)
Ὢ! πῶς ἡ παράνομος συναγωγή, τὸν Βασιλέα τῆς Κτίσεως κατεδίκασε θανάτῳ, μὴ αἰδεσθεῖσα τὰς εὐεργεσίας, ἃς ἀναμιμνήσκων, προησφαλίζετο λέγων πρὸς αὐτούς· (Δοξαστικό Εσπερίων)

ἀναφής
= αυτός που δεν μπορεί κανείς να τον αγγίξει, ο μη απτός, άυλος·
(< ἅπτω, ἁφή)
Ὁ ἀναφὴς κρατεῖται, δεσμεῖται, ὁ λύων τὸν Ἀδὰμ τῆς κατάρας. (Και νύν Εσπερίων)

ἐτάζω
= υποβάλλω σε δοκιμασίες, βασανίζω, τυραννώ
(πβ. εξετάζω)
Ὁ ἐτάζων καρδίας καὶ νεφρούς, ἀδίκως ἐτάζεται (Και νύν Εσπερίων)




Μ. ΣΑΒΒΑΤΟ



Όρθρος


εἰλήσας
Μετοχή Αορίστου του ρ. εἰλέω = τυλίγω
σινδόνι καθαρᾷ εἱλήσας καὶ ἀρώμασιν, ἐν μνήματι καινῷ κηδεύσας ἀπέθετο. (Απολυτίκιο)

ἀνείδεος
= αυτός που δεν έχει είδος, μορφή
(< εἶδος)
Ὁ ὡραῖος κάλλει, παρὰ πάντας βροτούς, ὡς ἀνείδεος νεκρὸς καταφαίνεται, ὁ τὴν φύσιν ὡραΐσας τοῦ παντός. (Εγκώμια)
ΣΗΜ. . Ησ. 53,2: καὶ εἴδοµεν αὐτόν, καὶ οὐκ εἶχεν εἶδος οὐδέ κάλλος·

ἀνεκφοίτητος
= αυτός που δεν εξήλθε (από κάπου)
(< ἐκφοιτῶ = εξέρχομαι)
Κόλπων πατρικῶν, ἀνεκφοίτητος μείνας οἰκτίρμον, καὶ βροτὸς γενέσθαι εὐδόκησας, καὶ εἰς ᾍδην καταβέβηκας Χριστέ. (Εγκώμια)

ἀραβιανός
= όμοιο με τους Άραβες

Ἀραβιανόν, σκολιώτατον γένος Ἑβραίων, ἔγνως τὴν ἀνέγερσιν τοῦ ναοῦ· διὰ τί κατέκρινας τὸν Χριστόν. (Εγκώμια)
ΣΗΜ. . Η λέξη δεν μαρτυρείται παρά μόνο ως κύριο όνομα. Φαίνεται ως σχηματισμός "επί τούτω", που αποδίδει στο γένος των Εβραίων αρνητικά χαρακτηριστικά συνδέοντάς το με τους Άραβες.

δύσαντος
Μετοχή Αορίστου (γενική) του ρ. δύω = βυθίζομαι• (κατ’ επέκταση) χάνομαι
Ἔφριξεν ἡ γῆ, καὶ ὁ ἥλιος Σῶτερ ἐκρύβη, σοῦ τοῦ ἀνεσπέρου φέγγους Χριστέ, δύσαντος ἐν τάφῳ σωματικῶς. (Εγκώμια)
Ἔδυς Φωτουργέ, καὶ συνέδυ σοι τὸ φῶς ἡλίου, τρόμῳ δὲ ἡ Κτίσις συνεχεται, πάντων σε κηρύττουσα Ποιητήν. (Εγκώμια)
Ὧ γλυκύ μου ἔαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον, ποῦ ἔδυ σου τὸ κάλλος; (Εγκώμια)

καθυπέδυ
Αόριστος του ρ. καθυποδύομαι = επιτατικός τ. του ὑποδύομαι• (εδώ) ενδύομαι, μεταφορικά (δηλ. εισέρχομαι σε κάτι)
Γῆς ὁ καταρχάς, μόνῳ νεύματι πήξας τὸν γῦρον, ἄπνους ὡς βροτὸς καθυπέδυ γῆν· φρῖξον τῷ θεάματι οὐρανέ. (Εγκώμια)

μολῇς
Υποτακτική του Αορ. β΄ ἔμολον του αμάρτυρου *βλώσκω = έρχομαι (πβ. μολών λαβέ)
Κἂν ἐνθάπτῃ τάφῳ, κἂν εἰς ᾍδου μολῇς, ἀλλὰ Σῶτερ καὶ τοὺς τάφους ἐκένωσας, καὶ τὸν ᾍδην ἀπεγύμνωσας Χριστέ. (Εγκώμια)
ΣΗΜ. . Αντί μόλῃς για λόγους μετρικούς.

νάπη
= δασώδης περιοχή, κοιλάδα

Ὢ βουνοὶ καὶ νάπαι, καὶ ἀνθρώπων πληθύς, κλαύσατε καὶ πάντα θρηνήσατε, σὺν ἐμοὶ τῇ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν Μητρί. (Εγκώμια)

πεπαρμένος
Μετοχή Παθ. Παρακειμένου του ρ. πείρω = διατρυπώ (πβ. πέρα, πόρος, περόνη, διαμπερές)
Ἥλοις σε Σταυρῷ, πεπαρμένον ἡ σὴ Μήτηρ Λόγε, βλέψασα τοῖς ἥλοις λύπης πικρᾶς, βέβληται καὶ βέλεσι τὴν ψυχήν. (Εγκώμια)

συσχεθεῖσα
Μετοχή. (Παθ.) Αορίστου του ρ. συνέχομαι = (εδώ) κατέχομαι από κάτι
Γῆ σε πλαστουργέ, ὑπὸ κόλπους δεξαμένη τρόμῳ, συσχεθεῖσα Σῶτερ τινάσσεται, ἀφυπνώσασα νεκροὺς τῷ τιναγμῷ. (Εγκώμια)

φοιτήσαντος
Μετοχή Αορίστου (γενική) του ρ. φοιτῶ = συχνάζω• επισκέπτομαι• (εδώ_πηγαίνω
Ἕπτηξεν Ἀδάμ, Θεοῦ βαίνοντος ἐν Παραδείσῳ, χαίρει δὲ πρὸς ᾍδην φοιτήσαντος, ἀναστὰς μὲν νῦν καὶ πάλαι πεπτωκώς. (Εγκώμια)

αἰωνίζω
= είμαι ή γίνομαι αιώνιος
(< αιών)
Βασιλεύει, ἀλλ' οὐκ αἰωνίζει, ᾍδης τοῦ γένους τῶν βροτῶν· (Κανόνας)

ἄμφω
(δυϊκός αριθμός) = και τα δύο
τῆς σαρκὸς ἡ ψυχή σου, διῄῥηται σπαράττουσα ἄμφω γὰρ δεσμούς, τοῦ θανάτου καὶ ᾍδου (Κανόνας)

ἀνέθορε
Αόριστος β΄ του ρ. ἀναθρώσκω = ανυψώνομαι, ανεβαίνω
ὡς ἐκ θαλάμου, τοῦ θηρὸς ἀνέθορε, προσεφώνει δὲ τῇ κουστωδίᾳ. (Κανόνας)

ἄσχετος
= που δεν συνέχεται, συγκρατείται από κάπου
(< σχεῖν, του ρ. ἔχω)
Σὲ τὸν ἐπὶ ὑδάτων, κρεμάσαντα πᾶσαν τὴν γῆν ἀσχέτως, (Κανόνας)

διαπεφώνηκεν
Παρακείμενος του ρ. διαφωνῶ = (εδώ) αφανίζομαι (βλ. Σχόλιο)
τῷ φρικτῷ τῆς μορφῆς δέ, διαπεφώνηκεν. (Κανόνας)
ΣΗΜ. . Η πηγή της σημασίας "αφανίζομαι" είναι το χωρίο Ιεζ. 37,11: ξηρά γέγονε τα οστά ηµών, απόλωλεν η ελπίς ηµών, διαπεφωνήκαµεν. (απόδοση Ι.Κολιτσάρα: ότι τα οστά µας έγιναν κατάξηρα, εχάθη πλέον κάθε ελπίς δι' ηµάς• έχοµεν οριστικώς χαθή).

συνεσχέθη / συνεσχέθης
Παθητ. Αόριστος του ρ. συνέχω = (εδώ) χωρώ
Συνεσχέθη, ἀλλ' οὐ κατεσχέθη, στέρνοις κητῴοις Ἰωνᾶς (Κανόνας)
Μνήματι καὶ σφραγίσιν, ἀχώρητε συνεσχέθης βουλήσει· (Κανόνας)

ἐνειλημένος
Μετοχή Μέσου Παρακειμένου του ρ. ἐνειλέω (βλ. εἰλήσας) = περιτυλίγω (με οθόνια)
Τὴν ἄβυσσον ὁ κλείσας, νεκρὸς ὁρᾶται, καὶ σμύρνῃ καὶ σινδόνι ἐνειλημμένος, ἐν μνημείῳ κατατίθεται, (Κοντάκιο)
ΣΗΜ. . Η μετοχή γράφεται με ένα –μ- (όχι με δύο <ἐνειλημμένος>, όπως θα γραφόταν, αν προερχόταν από το ἐλλαμβάνομαι)

τρύχομαι
= καταπονούμαι, εξαντλούμαι

Τὸν ἴδιον Ἄρνα, ἡ ἀμνὰς θεωροῦσα πρὸς σφαγὴν ἑλκόμενον, ἠκολούθει Μαρία, τρυχομένη μεθ' ἑτέρων γυναικῶν, ταῦτα βοῶσα· (Κοντάκιο)

συσχεθῆναι
Απαρέμφατο Παθ. Αορίστου του ρ. συνέχω = (εδώ) χωρώ
Ὁ συνέχων τὰ πέρατα, τάφῳ συσχεθῆναι κατεδέξω Χριστέ, (Οίκος)

καθέξει
Μέλλοντας του ρ. κατέχω
Μάτην φυλάττεις τὸν τάφον, κουστωδία. / Οὐ γὰρ καθέξει τύμβος αὐτοζωΐαν. (Στίχοι Συναξαρίου)



Εσπερινός


ἐξήμεσεν
Αόριστος του ρ. ἐξεμῶ = ξερνώ (πβ. εμετός)
καὶ οὓς κατέπιον ἰσχύσας, πάντας ἐξήμεσα, (Ιδιόμελο Εσπερίων)
 
Last edited:

Γιώργος Μ.

Παλαιόν μέλος
#2
Μία παράκληση (και δόξα τω Θεώ που πρόλαβα, πριν κλείσει το φόρουμ).
Όσοι τυχόν βρείτε κι άλλες λέξεις που τις θεωρείτε «δύσκολες», καθώς ψάλλετε φέτος, σημειώστε τις κάπου, ώστε αν θέλει ο Θεός του χρόνου να εμπλουτίσουμε αυτό το συνοπτικό γλωσσάριο. Ευχαριστώ!

Καλή Μεγάλη Εβδομάδα, καλή δύναμη στη διακονία του ο καθένας, Καλή Ανάσταση!
 

Γιώργος Μ.

Παλαιόν μέλος
#3
Υπενθύμιση του θέματος για όποιον ενδιαφέρεται.

Καλή δύναμη σε όλους! Καλή ανάσταση!
 
Top