Θησαυρός της αρχαίας ελληνικής μουσικής

createlink.gif


ανειμένος, βλ. λ. χαλαρός . Επίσης, [URL="http://analogion.com/forum/showthread.php?p=90363&highlight=%EB%FD%E4%E9%EF%F2#post90363"]επανειμένος,[/URL] λ.χ. "επανειμένη λυδιστί" (χαλαρή λυδική [αρμονία ]).

http://www.musipedia.gr/
 
Last edited:
createlink.gif


άνεσις, (από το ρ. ανίημι που, ανάμεσα σε άλλα, σήμαινε χαλαρώνω)· στη μουσική χρησιμοποιούνταν με τη σημασία: χαλάρωση μιας χορδής, επομένως κίνηση από ψηλότερη θέση σε άλλη χαμηλότερη, χαμήλωμα του ύψους. Ο όρος άνεσις συναντάται πολύ συχνά σε αρχαία κείμενα, μουσικά και μή, με την ίδια σημασία· καθώς και το αντίθ. επίτασις.
Όλοι σχεδόν οι αρχαίοι θεωρητικοί δίνουν τον ίδιο ορισμό του όρου. Αριστόξενος (Αρμ. Ι, 10 Mb): "η δ 'άνεσις εξ οξύτερου τόπου εις βαρύτερον" (άνεσις [είναι η κίνηση] από έναν ψηλότερο τόπο [θέση] σ' έναν χαμηλότερο). Ο Αριστείδης (Mb ΙΙ, 8, R.P.W.-I. 6-7) επίσης λέει: άνεσις μεν ουν έστιν ηνίκα αν από οξυτέρου τόπου επί βαρύτερον η φωνή χωρή" (άνεση είναι όταν η φωνή προχωρεί από ψηλότερο τόπο [θέση] προς χαμηλότερο). Ο Βακχείος ο Γέρων (Εισ. ML· 12, C.v.J. 302) με μικρή διαφορά κάνει τη διατύπωση: κίνησις μελών από του οξυτέρου φθόγγου επί το βαρύτερον" (μελωδική κίνηση από έναν ψηλότερο φθόγγο προς τον χαμηλότερο).
Ο Ανώνυμος χρησιμοποιεί και τον όρο άνεσις (Bell. 30, 21), αλλά και τον όρο ανάλυσις (σ. 82, 78). Ο Vincent στις Notices χρησιμοποιεί τη λ. ανάκλησις αντί ανάλυσις.
Ο Αριστόξενος (Αρμ. Ι, 10 Mb) λέει πως πολλοί ταυτίζουν την επίταση με το ύψος (την οξύτητα), και την άνεση με το βάθος (βαρύτητα) του ήχου.

http://www.musipedia.gr/
 
createlink.gif


ανήκοος, ανίκανος να ακούσει, κουφός· επίσης, εκείνος που δεν έχει ακούσει (ή παρακολουθήσει) μαθήματα ή διαλέξεις. Μεταφορικά, αμαθής (απαίδευτος, χωρίς παιδεία, γενική ή μουσική)· εκείνος που δεν έμαθε ή δε διδάχτηκε. Επίσης, εκείνος που δεν ακούστηκε.

http://www.musipedia.gr/
 
createlink.gif


άνθεμα, (πληθ. του άνθεμον, το)· ένας ζωηρός και εύθυμος λαϊκός χορός,
που γινόταν για να γιορταστεί ο ερχομός της άνοιξης και το άνθισμα των λουλουδιών. Η εκτέλεσή του γινόταν με κάποια μιμική δράση από δύο ομάδες αντρών, που χόρευαν και τραγουδούσαν μαζί.
Στους Δειπνοσοφιστές (Αθήν. ΙΔ', 629Ε, 27) βρίσκουμε τις ακόλουθες λέξεις που τραγουδούσαν όταν χόρευαν, όπως έχουν διασωθεί: "πού μοι τα ρόδα, πού μοι τα ία, πού μοι τα καλά σέλινα;" "ταδί τα ρόδα, ταδί τα ία, ταδί τα καλά σέλινα" (πού είναι τα ρόδα μου, πού είναι οι μενεξέδες μου, πού είναι τα ωραία μου σέλινα; εδώ είναι τα ρόδα, εδώ είναι οι μενεξέδες, εδώ είναι τα ωραία σέλινα).

Σημείωση: Η λέξη άνθεμον παράγεται από το ρ. ανθώ, ανθίζω.

Βλ. χορός

http://www.musipedia.gr/
 
Last edited:
createlink.gif


αντεπίρρημα, το έβδομο και τελευταίο μέρος της παράβασης (βλ. λ. παράβασις). Αντιστοιχούσε στο πέμπτο μέρος της, που λεγόταν "επίρρημα", και σχηματιζόταν από τροχαϊκά τετράμετρα· το απάγγελνε ο κορυφαίος του χορού απευθυνόμενος στο κοινό.

παράβασις, ένα μέρος της αρχαίας κωμωδίας, κατά το οποίο ο χορός προχωρούσε μπροστά και απευθυνόταν στο κοινό από μέρους του ποιητή· με την παράβαση ο ποιητής εξέφραζε τις προσωπικές του απόψεις πάνω σε δημόσια θέματα. Schol. Aristoph. (Ειρήνη 733): "φαίνεται πως η παράβαση λέγεται από το χορό, αλλά στο όνομα του ποιητή" (πρβ. [URL="http://analogion.com/forum/showthread.php?p=92479&highlight=%D0%EB%EF%FD%F4%E1%F1%F7%EF%F2#post92479"]Πλούτ[/URL]. Ηθικά 711F).
Η παράβαση ήταν συνθεμένη από επτά μέρη, που απαριθμούνται από τον Πολυδεύκη (IV, 112), τα ακόλουθα: 1) κομμάτιον, 2) παράβασις, 3) μακρόν, 4) στροφή, 5) επίρρημα, 6) αντίστροφος και 7) αντεπίρρημα. Σύμφωνα με αυτή την αρίθμηση η παράβαση ήταν επίσης ο όρος για το δεύτερο μέρος της, το οποίο ήταν γραμμένο σε αναπαιστικό μέτρο.

http://www.musipedia.gr/
 
Last edited:
createlink.gif


Αντιγενίδας, Αντιγενείδας, ή Αντιγενίδης (5ος/4ος αι. π.Χ.)· διάσημος αυλητής και συνθέτης από τη Θήβα, γιος του Διονυσίου. Θεωρούνταν ο αρχηγός της αυλητικής σχολής της Θήβας την εποχή του. Σύμφωνα με τη Σούδα, είχε προσληφθεί για λίγο καιρό ως αυλητής συνοδός του φημισμένου διθυραμβικού ποιητή Φιλόξενου (αυλωδός Φιλοξένου).
Αναφέρεται ως καινοτόμος· η σχολή του και αυτός θεωρούνταν αντίπαλοι της σχολής του Δωρίωνα , άλλου πολύ γνωστού αυλητή της εποχής (Πλούτ. Περί μουσ. 1138Β, 21). Ηταν ένας από τους καλλιτέχνες που είχαν προσκληθεί στο συμπόσιο που δόθηκε με την ευκαιρία του γάμου του Αθηναίου ρήτορα και στρατηγού Ιφικράτη με την κόρη του βασιλιά της Θράκης Κότυ. Το συμπόσιο αυτό έγινε περίφημο για τις παράλογες υπερβολές του και χλευάστηκε από τον κωμικό ποιητή Αναξανδρίδη στον Πρωτεσίλαό του (Αθήν. Δ', 131Β, 7). Ο Αντιγενίδης είχε πολλούς οπαδούς και η σχολή του εξακολουθούσε να ακμάζει για πολύν καιρό μετά το θάνατό του.
Γνωστή ήταν η περιφρόνηση του προς τα χειροκροτήματα του πλήθους· λέγεται ότι, όταν κάποτε άκουσε τις θορυβώδεις εκδηλώσεις του πλήθους για έναν αυλητή, είπε: "πρέπει νά' ναι κάτι πολύ κακό, αλλιώς το κοινό θα ήταν πιο φειδωλό στις επευφημίες του" (P. J. Burette, "Remarques sur le dialogue de Plutarque", Memoires de Litterature 1730, VII, CXLV, CXLIV, CXLIII).

Βιβλιογραφία:
G. L. M. Dinse, De Antigenida Thebano musico, Βερολίνο 1856.

http://www.musipedia.gr/
 
createlink.gif


αντίσπαστος, μετρικός πους αποτελούμενος από έναν ίαμβο και έναν τροχαίο: U - - U. Στη μουσική, αντίφθογγος, που ηχεί στην ογδόη. Ο Φρύνιχος στις Φοίνισσες (Αθήν. ΙΔ', 635C, 36, επίσης, Nauck Trag. Gr. Fr.. Φρύνιχος, απόσπ. 12, σ. 560) λέει: "ψαλμοίσιν αντίσπαστ' αείδοντες μέλη" (χτυπώντας με τα δάχτυλα τις χορδές τραγουδούν τα τραγούδια τους σε όγδοες). Αντίσπαστα μέλη = μέλη σε συμφωνία αντιφθογγική, δηλ. κατά όγδοες.
Αντισπαστικόν μέτρον: το μέτρο που αποτελείται από αντισπαστικούς πόδες· βλ. Αριστείδης, Mb ΙΙ, 50 η R.P.W.-I. 45.

http://www.musipedia.gr/
 
createlink.gif


αντιστροφή, η στροφή του χορού προς την αντίθετη διεύθυνση (από δεξιά προς αριστερά) κατά τη διάρκεια της δραματικής εκτέλεσης· το αντίθετο της στροφής . Αντιστροφή ονομαζόταν επίσης και η ωδή που τραγουδιόταν κατά τη στροφή του χορού. Αντιστροφή ήταν και το δεύτερο μέρος των λυρικών τραγουδιών στα αρχαία δράματα, που αντιστοιχούσε στο σχήμα στροφή-αντιστροφή.

http://www.musipedia.gr/
 
createlink.gif


αντίφθογγος, (α) εκείνος που συμφωνεί με άλλο ήχο· η ογδόη ενός άλλου ήχου· αντίφωνος . Ο Πίνδαρος (PLG Ι, απόσπ. 102 [91]· Αθήν. ΙΔ', 635Β, 36) στο σκόλιό του για τον Ιέρωνα των Συρακουσών ονομάζει τη μάγαδι "ψαλμόν αντίφθογγον" (που ηχεί στην 8η).

(β) εκείνος που βρίσκεται σε αντίθεση ή σε διαφωνία με άλλο ήχο, αντιφατικός (Δημ.).
’λλος όρος γι' αυτό (β') είναι ο αντίμολπος .

http://www.musipedia.gr/
 
Last edited:
createlink.gif


αντίφωνον, η ογδόη, όταν ηχεί σε απάντηση. Επίσης, "αντίφωνος" (αρσ., θηλ.) και "αντιφωνία". Το ρ. αντιφωνώ σήμαινε στη μουσική ηχώ (ή τραγουδώ) σε απάντηση, τραγουδώ στην ογδόη. Αριστοτ. Προβλ. XIX, 39: "Διά τι ήδιόν εστι το αντίφωνον του ομοφώνου; Ή ότι το μεν αντίφωνον σύμφωνον εστι (τω) δια πασών;" (Γιατί το αντίφωνο είναι πιο ευχάριστο από το ομόφωνο; Επειδή το αντίφωνο βρίσκεται σε συμφωνία με την ογδόη;)· βλ. επίσης στο ίδιο XIX, 16, 17, 18.

Ο Γαυδέντιος στην Εισαγωγή του (20, Mb 21, C.v.Jan 348) το καθορίζει πιο καθαρά: "την μέσην την νυν αντίφωνον τω προσλαμβανομένω" (τη μέση που είναι σήμερα η ογδόη του προσλαμβανομένου ).

http://www.musipedia.gr/
 
createlink.gif


αντίχορδος, (α) ο ήχος που βρίσκεται σε συμφωνία με άλλον ήχο· Ησ.: "αντίχορδα, σύγχορδα, ισόχορδα".
(β) επίσης, με την αντίθετη σημασία, σε διαφωνία με άλλον ήχο. Πλούτ. (Συμποσιακά IV, 1, 663F): "και ταύτα μεν ως αντίχορδα κείσθω τοις υπό σου πεφιλοσοφημένοις" (αυτά ας είναι η απάντησή μου σε αντίθεση προς τους συλλογισμούς σου).

Βλ. επίσης τα λ. αντίφωνον και αντίφθογγος .

http://www.musipedia.gr/
 
createlink.gif


αντίψαλμος, σύμφωνος στην ογδόη (το τραγούδι σε συμφωνία με τη συνοδεύουσα κιθάρα , που παίζεται με τα δάχτυλα, χωρίς πλήκτρον )· ήχος παιγμένος στην 8η του τραγουδιού.
Το ρ. αντιψάλλω σήμαινε παίζω ένα έγχορδο όργανο (χωρίς πλήκτρο) σε συνοδεία προς ένα τραγούδι. Αριστοφάνης Όρνιθες 218-219: "τοις σοις ελέγοις αντιψάλλων ελεφαντόδετον φόρμιγγα" ([Ο Φοίβος] παίζοντας σε συνοδεία προς τους θρήνους σου την ελεφαντοκόλλητη φόρμιγγά του).

http://www.musipedia.gr/
 
createlink.gif


άντυξ, η γέφυρα ("καβαλάρης") της λύρας ή κατά μερικούς συγγραφείς, άλλη λέξη για τον ζυγόν . Κατ' άλλους, ο σκελετός της λύρας. Ευριπ. Ιππόλ. 1135: "μούσα δ' άυπνος υπ' άντυγι χορδάν" (το ακατάπαυστο τραγούδημα των χορδών, οι οποίες βρίσκονται κάτω από τον άντυγα).
Πρβ. Δημ., και Δ. Ν. Βερναρδάκης, Ευριπίδης Β': Ιππόλυτος 1135, Αθήναι 1888.

http://www.musipedia.gr/
 
Back
Top