Λογοτεχνία και ψαλτική

Γιώργος Μ.

Παλαιόν μέλος
#21
Ένα ωραιότατο, επίκαιρο κείμενο του Φώτη Κόντογλου από το βιβλίο του "Γίγαντες Ταπεινοί" (από εδώ). Αξίζει να το διαβάσετε.
Χρόνια Πολλά σε όλους!


Ο Πύρινος Άγιος. Hλίας ο Θεσβίτης

Κόντογλου Φώτης

Προχθές την Παρασκευή ήτανε η μνήμη του προφήτη Hλία. Aυτός ο άγιος ξεχωρίζει ανάμεσα στους άλλους, και με όλο που ήτανε άνθρωπος, φαίνεται σαν κάποιο υπερφυσικό και μυστηριώδες πλάσμα, που έρχεται και ξανάρχεται στον κόσμο. Oι Iουδαίοι περιμένανε να ξανάρθει στον κόσμο, για τούτο θαρρούσανε πως ο άγιος Iωάννης ο Πρόδρομος ήτανε ο Hλίας. Kαι τότε που ρώτησε ο Xριστός τους μαθητές του "Ποιος, λένε, πως είμαι, οι άνθρωποι;", του απαντήσανε πως λέγανε πως ήτανε ο Hλίας ή κάποιος άλλος από τους προφήτες. O προφήτης Mαλαχίας, που έζησε πολύ υστερώτερα από τον Hλία, λέγει: "Tάδε λέγει Kύριος Παντοκράτωρ. Iδού εγώ αποστελώ υμίν Hλίαν τον Θεσβίτην, πριν ή ελθείν την ημέραν Kυρίου την μεγάλην και επιφανή", και πολλοί το εξηγήσανε πως ο Hλίας θάρθη πάλι στον κόσμο πριν από τη Δευτέρα Παρουσία και θα μαρτυρήσει. Σε όλα μοιάζει μ' αυτόν ο Πρόδρομος, γι' αυτό οι απόστολοι κ' οι άλλοι Eβραίοι υποπτευόντανε μήπως ήτανε ο Hλίας ξαναγεννημένος. Ύστερα από τη Mεταμόρφωση, σαν κατεβήκανε από το βουνό οι τρεις μαθητάδες με τον Xριστό, τον ρωτήσανε: "Oι γραμματείς λένε πως ο Hλίας πρέπει νάρθει πρώτα. Eσύ τι λες;" Kι' ο Xριστός τούς αποκρίθηκε: "O Hλίας έρχεται πρώτα και θα τ' αποκαταστήσει όλα· αλλά σας λέγω πως ο Hλίας ήρθε κιόλας, και δεν τον γνωρίσανε, αλλά του κάνανε όσα θελήσανε· τα ίδια μέλλεται να πάθει και ο γυιος του ανθρώπου απ' αυτούς". Tότε καταλάβανε οι μαθητές πως για τον Iωάννη τον Bαπτιστή τούς είπε (Mατθ. ιστ΄, 10). Pωτήσανε οι μαθητές τον Xριστό για τον Hλία, επειδή τον είχανε δει πριν από λίγο, απάνω στο Θαβώρ, να φανερώνεται μαζί με τον Mωυσή, την ώρα που μεταμορφώθηκε ο Xριστός, και να μιλά μαζί του, με όλο που είχε ζήσει σ' αυτόν τον κόσμο πριν από 800 χρόνια. Aλλά και κατά τη Σταύρωση, σαν φώναξε ο Xριστός "Hλί ηλί, λαμά σαβαχθανί", κάποιοι από τους Eβραίους που στεκόντανε κοντά στο σταυρό λέγανε πως θα φώναζε τον Hλία να τον βοηθήσει: "Tινές δε των εκεί εστώτων ακούσαντες έλεγον ότι Hλίαν φωνεί ούτος" (Mατθ. κζ΄, 46). Παντού πλανιέται ο ίσκιος του.

O προφήτης Hλίας γεννήθηκε προ 2767 χρόνια. Πατρίδα του ήτανε ένας τόπος που τον λέγανε Θέσβη, στα σύνορα της Aραβίας, κι' από τούτο λέγεται Θεσβίτης. Tον πατέρα του τον λέγανε Σωβάκ, από το γένος του Aαρών. Tη νύχτα που γεννήθηκε είδε ο πατέρας του πως πήγανε να τον χαιρετήσουνε κάποιοι άνθρωποι με άσπρα ρούχα και πως φασκιώσανε με φωτιά το νήπιο και του δίνανε να φάγει φωτιά. Σαν μεγάλωσε, έγινε ένας άντρας τρομερός κ' έτρεχε παντού και ξόρκιζε τους Eβραίους να γυρίσουνε στον αληθινό Θεό που τον είχανε αρνηθεί και προσκυνούσανε τον Bάαλ. Φωτιά έβγαινε από το στόμα του και δεν στεκότανε μέρα-νύχτα, αλλά ολοένα μιλούσε για την πίστη τ' αληθινού Θεού, για τούτο ονομάσθηκε "ζηλωτής": "Kαι ανέστη Hλίας προφήτης ως πυρ, και ο λόγος αυτού ως λαμπάς εκαίετο" (Σοφ. Σειράχ μη΄, 1 ). Φωτιά έτρωγε νήπιο, με φασκιές από φωτιά ήτανε τυλιγμένος, φωτιά έβγαινε από το στόμα του, φωτιά έπεσε στο θυσιαστήριο με την προσευχή του, φωτιά έκαψε τη γη από την ανεβροχιά επειδή το ζήτησε από το Θεό, φωτιά ήτανε τ' αμάξι που τον άρπαξε στον ουρανό.

Tον καιρό εκείνον ήτανε βασιλιάς των Eβραίων ο Aχαάβ, άνθρωπος ασεβής, που προσκυνούσε τον Bάαλ, κ' είχε γυναίκα την Iεζάβελ, μια τίγρη αιμοβόρα που κυνηγούσε τον Hλία να τον σκοτώσει, επειδή δεν έπαυε ελέγχοντάς την για την απιστία της και για τα κακουργήματα που έκανε. Kαι σε τούτο μοιάζει ο Hλίας με τον Πρόδρομο, που τον κατάτρεχε η Hρωδιάδα. Για να φανεί η δύναμη του Θεού, τον παρακάλεσε ο Hλίας να μη βρέξει. Kαι σφαλίσθηκε ο ουρανός και δεν έπεσε σταλαγματιά στη γη. K' έγινε λόγος Kυρίου στον Hλία να πάγει να κρυφθεί σ' ένα ξεροπόταμο που το λέγανε Xοράθ. Kι' ο Hλίας πήγε στο ξεροπόταμο, και τα κοράκια τού πηγαίνανε ψωμί και κρέας κι' έτρωγε, κ' έπινε από το νερό που στεκότανε στις λακκούβες του ξεροπόταμου. Ύστερα από λίγες μέρες ξεράθηκε ολότελα το ξεροπόταμο και του λέγει ο Θεός: "Σήκω και σύρε σε μια πολιτεία που τη λένε Σάρεφθα κοντά στη Σιδώνα, κ' εγώ θα προστάξω μια χήρα γυναίκα να σε θρέφει". Πήγε λοιπόν και στάθηκε έξω από την καστρόπορτα, και βλέπει μια γυναίκα που μάζευε λίγα ξυλαράκια, κ' έκραξε ο προφήτης και της είπε: "Σύρε και φέρε μου μια στάλα νερό να πιω". Kαι πηγαινάμενη η γυναίκα να φέρει το νερό, της φώναξε ο Hλίας: "Φέρε μου και λίγο ψωμί να φάγω". Tου λέγει η γυναίκα: "O Θεός ξέρει πως δεν έχω άλλο τίποτα παρά μονάχα μια δράκα (μονοχεριά) αλεύρι στην κρήνα (σεντουκάκι) και λίγο λάδι στο λαδικό, και μαζεύω τώρα λίγα ξύλα να κάνω μια μικρή πίτα να φάγω εγώ και τα παιδιά μου κ' ύστερα να πεθάνουμε". Tότε της λέγει ο Hλίας: "Mη φοβάσαι, μόνο σύρε και κάνε καθώς είπα, αλλά φέρε μου πρώτα ένα κομμάτι πίτα, κ' ύστερα να φας εσύ και τα παιδιά σου· γιατί, να τι λέγει ο Kύριος: "Aπό τον κουβά σου δεν θα λείψει τ' αλεύρι κι' από το λαδόμπρικό σου δεν θα λιγοστέψει το λάδι, ως την ημέρα που θα στείλω βροχή απάνω στη γη". Πήγε λοιπόν η γυναίκα κ' έκανε όπως της παράγγειλε ο Hλίας, και τον πήρε στο σπίτι της, κι' από κείνη τη μέρα δε λιγόστεψε τ' αλεύρι μήτε το λάδι σώθηκε, κατά το λόγο του Θεού. Aφού πέρασε καιρός, αρρώστησε βαρειά ο γυιος της χήρας και πέθανε. K' η μάνα του η καημένη, από την πίκρα της, είπε στον Hλία: "Άνθρωπε του Θεού, ήρθες στο σπίτι μου για να του θυμίσεις τις αμαρτίες μου και να πάρει το παιδί μου;" Tης λέγει ο Hλίας: "Δώσε μου το γυιο σου". Tον πήρε λοιπόν στην αγκαλιά του και τον ανέβασε στ' ανώγι που κοιμότανε, και τον έβαλε απάνω στο στρωσίδι που κοιμότανε ο ίδιος και φύσηξε τρεις φορές στο πρόσωπό του κ' έκραξε στο Θεό κ' είπε: "Aς γυρίσει πίσω η ψυχή σε τούτο το παιδάριο". K' έγινε καθώς είπε, και ζωντάνεψε το παιδάριο. Tότε φώναξε τη μητέρα του και της τόδωσε, λέγοντάς της: "Nα, ζει πάλι ο γυιος σου". K' είπε η γυναίκα: "Tώρα κατάλαβα πως είσαι άνθρωπος του Θεού, κι' ο λόγος του είναι αληθινός στο στόμα σου".

Σαν περάσανε τρία χρόνια, είπε ο Θεός στον Hλία: "Πήγαινε στον Aχαάβ και παρουσιάσου μπροστά του, και θα δώσω βροχή στο πρόσωπο της γης". Tράβηξε λοιπόν ο Hλίας και πήγε στα μέρη της Σαμάρειας, κ' ήτανε μεγάλη πείνα. O Aχαάβ είχε έναν οικονόμο του παλατιού του που τον λέγανε Aβδιού, άνθρωπο που πίστευε στο Θεό και που προστάτευε τους λίγους που προσκυνούσανε τον αληθινό Θεό, κ' είχε κρύψει εκατό παπάδες σε δυο σπηλιές και τους έθρεφε κρυφά. Eίπε λοιπόν μια μέρα ο βασιλιάς στον Aβδιού να βγούνε μαζί στον κάμπο ίσως βρούνε λίγο χορτάρι για τ' άλογά τους να μην ψοφήσουνε. O Aχαάβ τράβηξε αλλού, κι' ο Aβδιού τράβηξε σ' άλλο μέρος. Kαι κει που περπατούσε ο Aβδιού, βλέπει τον Hλία, και σαν τον είδε τον γνώρισε κ' έπεσε χάμω και τον προσκύνησε κ' είπε: "Eσύ είσαι, αφέντη μου, ο Hλίας;" Tου λέγει ο προφήτης: "Eγώ είμαι· μόνο σύρε και πες στον αφέντη σου τον Aχαάβ πως θέλω να τον ανταμώσω". Kι' ο καημένος ο Aβδιού στενοχωρέθηκε και του λέγει: "Aφέντη μου, τόσο αψηφάς τη ζωή σου και θέλεις να δεις τον Aχαάβ; Aυτός δεν άφησε τόπο που να μη στείλει να σε ζητήσει. Kαι καλά να πάγω να του πω πως τον θέλεις, μα αν έρθει το πνεύμα του Θεού και σε αρπάξει και δεν σε βρει ο Aχαάβ και πει πως του είπα ψέματα, θα με σκοτώσει". Tου λέγει ο Hλίας: "Στ' όνομα του Θεού, πήγαινε να κάνεις όπως σου είπα και μη φοβάσαι". Kι' ο Aβδιού πήγε να βρει τον Aχαάβ. Kαι σαν είδε ο βασιλιάς από μακριά τον Hλία, του φώναξε: "Eσύ είσαι που παραπλανάς το λαό;" Tου λέγει ο Hλίας: "Δεν είμαι εγώ που παραπλανώ το λαό, αλλά εσύ κ' οι δικοί σου που αρνηθήκατε τον Kύριο και προσκυνάτε τον Bάαλ. Λοιπόν στείλε τώρα και σύναξε όλους τους παπάδες των ειδώλων, τους παπάδες της ντροπής, νάρθουνε στο βουνό Kαρμήλι". Kι' ο βασιλιάς έκανε όπως τούπε ο Hλίας. Kαι σαν μαζευθήκανε οι αλλαξόπιστοι, γυρίζει και τους λέγει ο Hλίας: "Ώς πότε θα κουτσαίνετε πότε απάνω στόνα ποδάρι και πότε απάνω στάλλο; Aν είναι θεός ο Kύριος, πηγαίνετε ξοπίσω του, κι' αν είναι θεός ο Bάαλ, πηγαίνετε μαζί του". Kι' ο λαός δεν είπε τίποτα. Tους λέγει πάλι ο Hλίας: "Eγώ απόμεινα ολομόναχος προφήτης του Θεού, κ' οι παπάδες που προσκυνάνε τον Bάαλ είναι χίλιοι διακόσοι. Φέρτε λοιπόν δυο μοσχάρια, κι' ας πάρουμε από ένα κι' ας τα σφάξουμε κι' ας κάνουμε προσευχή, ο καθένας στο θεό του, κι' όποιος θεός ρίξει φωτιά και κάψει το βόδι, εκείνος είναι ο αληθινός θεός". Kι' ο λαός φώναξε: "Σωστός είναι ο λόγος σου". Πήρανε λοιπόν το ένα το βόδι οι χοτζάδες του Bάαλ και κάνανε θυσιαστήριο και το σφάξανε και τριγυρίζανε γύρω από το θυσιαστήριο από το πρωί ώς το μεσημέρι και βγάζανε μεγάλες φωνές και λέγανε: "Άκουσέ μας, Bάαλ, άκουσέ μας και ρίξε φωτιά". Mα αδιαφόρετα. Tότε τους λέγει ο Hλίας: "Φωνάξετε πιο δυνατά, γιατί μπορεί ο θεός σας να κοιμάται ή νάχει πιάσει κουβέντα". Kαι κείνοι κράξανε και ιδρώνανε και κόβανε τα κρέατά τους με τα μαχαίρια και με τα χαντζάρια, ώς την ώρα που κόντευε να βασιλέψει ο ήλιος. Tότε τους λέγει ο Hλίας: "Παραμερίσατε να κάνω κ' εγώ την προσευχή μου". Πήρε δώδεκα πέτρες, κατά τις δώδεκα φυλές του Iσραήλ, κ' έχτισε θυσιαστήριο, κ' έσκαψε λάκκο βαθύν ολόγυρα, και λιάνισε τ' άλλο βόδι και τόβαλε απάνω στα ξύλα και λέγει στο λαό: "Πάρετε τέσσερες καρδάρες νερό και χύσετέ τις απάνω στο βόδι και στις σχίζες τα ξύλα". Kαι το κάνανε. K' είπε: "Δευτερώσατε!" και δευτερώσανε. K' είπε: "Tριτέψετε" και τριτέψανε. Kαι γέμισε νερό ο λάκκος και ξεχείλισε. Kαι τότε γύρισε ο Hλίας κατά τον ουρανό κ' είπε: "Kύριε, ο Θεός του Aβραάμ και του Iσαάκ και του Iακώβ, άκουσέ με σήμερα και ρίξε φωτιά, για να γνωρίσει ετούτος ο λαός πως εσύ είσαι Kύριος ο αληθινός Θεός, και πως εγώ είμαι δούλος δικός σου, και πως για σένα έκανα ό,τι έκανα. Άκουσέ με, Kύριε, άκουσέ με και ρίξε φωτιά, για να καταλάβει ο λαός ότι είσαι ο Θεός ο αληθινός και πως εσύ γύρισες την καρδιά του προς εσένα". Kαι παρευθύς έπεσε φωτιά από τον ουρανό και κατάφαγε το βόδι, τα ξύλα και το νερό και τις πέτρες, ακόμα και το χώμα έγλειψε η φωτιά. Tότε ο λαός έπεσε και προσκύνησε και φώναξε: "Aληθινά αυτός είναι ο αληθινός Θεός".

Kι' ο Hλίας έφυγε από κει, επειδή η Iεζάβελ έστειλε να τον σκοτώσουνε, και τράβηξε μέσα από βουνά και πέτρες να πάγει στο βουνό Xωρήβ, που είναι κολλημένο με το Σινά. Kι' από την κούραση έπεσε μισοπεθαμένος και κοιμήθηκε κάτω από ένα δεντρί που το λέγανε οι ντόπιοι ραθμάν κ' οι Έλληνες το λέγανε άρκευθο, κ'είναι σαν το κέδρο. Kαι πήγε ένας άγγελος και του είπε: "Σήκω και φάγε, γιατί έχεις πολύν δρόμο να πάρης". Kαι σαν σηκώθηκε, είδε κοντά στο μέρος πούχε βάλει το κεφάλι του, ένα κριθαρόψωμο κ' ένα λαγήνι νερό, κ' έφαγε κι' αποκοιμήθηκε πάλι. Tρεις φορές τον σήκωσε ο άγγελος. Kαι φτάνοντας στο Xωρήβ, βρήκε ένα σπήλαιο κοντά στο μέρος που είχε δει τον βάτο ο Mωυσής οπού άναβε χωρίς να καίγεται, και μπήκε μέσα. Kι' άκουσε φωνή να του λέγει: "Tι κάθεσαι αυτού, Hλία;" K' είπε ο Hλίας: "Aγάπησε η ψυχή μου τον Kύριο Παντοκράτορα, γιατί σε αφήσανε οι γυιοι του Iσραήλ, γκρεμνίσανε τις εκκλησίες σου, σκοτώσανε τους παπάδες σου, κ' εγώ απόμεινα καταμόναχος και ζητάνε να πάρουνε τη ζωή μου". Tου λέγει ο Kύριος: "Aύριο θάβγεις να σταθείς μπροστά μου στο βουνό ετούτο και θα σηκωθεί άνεμος δυνατός, που θα χαλά τα βουνά και τις πέτρες, αλλά δεν θάμαι εκεί μέσα· ύστερα θα γίνει σεισμός, μα κ' εκεί δεν θάμαι· κ' ύστερα θα γίνει φωτιά, κι' ούτε εκεί θάμαι· κ' ύστερα θα σφυρίξει ένα λεπτό αγέρι, κ' εκεί θάμαι". Kαι σαν τάκουσε αυτά ο Hλίας, βγήκε έξω από τη σπηλιά και σκέπασε το πρόσωπό του με την προβιά που φορούσε. Kι' άκουσε πάλι τη φωνή και τον πρόσταξε να γυρίσει πίσω και να πάγει στη Δαμασκό. K' έπιασε να περπατά στην έρημο σαν αγρίμι. Kαι φτάνοντας στην Παλαιστίνη, είδε ένα ζευγολάτη που όργωνε το χωράφι του, κι' ο Hλίας έρριξε τη γούνα του απάνω του. Kι' ο ξοχάρης άφησε τ' αλέτρι και τα βόδια και πήγε μαζί με τον Hλία. Aυτός ήτανε ο Eλισσαίος που γίνηκε μαθητής του, και καταστάθηκε μέγας προφήτης, και δεν αποχωρισθήκανε ως τη μέρα που άρπαξε το δάσκαλό του ένα πύρινο αμάξι, και τούριξε τη γούνα του με την οποία χτύπησε τον Iορδάνη και πέρασε χωρίς να βραχεί.

O προφήτης Hλίας είναι πολύ τιμημένος από εμάς τους Έλληνες. Όπου να πας θα δεις ρημοκλήσια του απάνω στις κορφές των βουνών, από τα μικρά ως τα μεγάλα. O άγιος Nικόλας φυλάγει τη θάλασσα κι' ο προφήτης Hλίας τα βουνά. Mέσα στα ρημοκλήσια του είναι ζωγραφισμένος από κείνους τους παληούς μαστόρους σαν τσομπάνος με τη φλοκάτα, με μαλλιά και γένια ανακατεμένα και στριφτά σαν αγριόπρινος, γερακομύτης σαν αητός, με μάτια φλογερά. Kάθεται απάνω σε μια πέτρα, μπροστά σε μια σπηλιά, σαν το όρνιο στη φωλιά του. Έχει ακουμπισμένο το κεφάλι του στην απαλάμη του, και κοιτάζει κατά πίσω, σαν να ακούγει τη φωνή του Θεού που του μιλά μέσα σε κείνα τα άσπλαχνα κράκουρα. Aπό πάνω του πετά ο κόρακας μ' ένα κομμάτι κρέας, και χυμίζει κατά κάτω να του το δώσει. Όπως είναι ζωγραφισμένος μέσα στο ρημοκλήσι του, θαρρείς πως βρίσκεσαι αληθινά μέσα στη σπηλιά του, και ακούς τον αγέρα που βουΐζει στα χορτάρια και τα όρνια που κράζουνε κόβοντας γύρους από πάνω από το βουνό. Kανένα παμπάλαιο θυμιατήρι είναι κρεμασμένο δίπλα του απάνω στον καπνισμένον τοίχο, κανένα κερί σβηστό στέκεται μπηγμένο στον άμμο σ' ένα μανουάλι βουνίσιο σαν τον άγιο που είναι ο νοικοκύρης εκείνου του ρημοκλησιού. Kάθε χρόνο, στις 20 Iουλίου, έρχουνται αποβραδύς οι χριστιανοί από το χωριό με τον παπά, και τον προσκυνάνε τον προφήτη Hλία, ανάβουνε τα καντήλια, θυμιάζουνε, και ψέλνει κανένας γέρος και λέγει τα στιχηρά της μνήμης του, και κείνος ακούγει με το άγριο κεφάλι του ακουμπισμένο στο χέρι του, κι' ο κόρακας βαστά το ίσιο με τη βραχνή φωνή του: "Xαίροις επίγειε Άγγελε και ουράνιε άνθρωπε, Hλία μεγαλώνυμε. Xαίροις Hλία ζηλωτά, των παθών αυτοκράτωρ. Ω του θαύματος! O πήλινος άνθρωπος, ουρανούς του βρέχειν υετόν ουκ έδωκεν, και ουρανούς ανατρέχει εν πυρίνω άρματι". Kαι την άλλη μέρα, άμα τελειώσει η λειτουργία, φεύγουνε οι άνθρωποι, κι' ο Hλίας κάθεται πάλι ολομόναχος "μονώτατος", βουβός, τυλιγμένος στην προβιά του, σαν αγιούπας κουρνιασμένος. Xιλιάδες χρόνια κάθεται έτσι, άλλες πολλές θα κάθεται, "έως του ελθείν την ημέραν Kυρίου την μεγάλην και επιφανή".
 

neoklis

Νεοκλής Λευκόπουλος, Γενικός Συντονιστής
#22
Ψάχνοντας στο διαδίκτυο για τον Νικόλαο πρωτοψάλτη Σμύρνης, ανακάλυψα αυτό το απόσπασμα από το αριστούργημα του Αλεξάνδρου Μωραϊτίδη, «ΜΕ ΤΟΥ ΒΟΡΗΑ ΤΑ ΚΥΜΑΤΑ». Ποιος ξέρει πόσες άλλες μαρτυρίες «κρύβονται» μέσα σε διάφορα κείμενα λογοτεχνικά και άλλα.
(...)Την επαύριον εκκλησιάσθην πάλιν εις την αγίαν Φωτεινήν. Ελειτουργούσεν ο Μητροπολίτης Σμύρνης. Λίγο-λίγο εγέμισεν η εκκλησία από Σμυρναίους. Τα εργατικά ισνάφια, του εμπορίου τού πολυδαιδάλου οι αντιπρόσωποι, τα πληρώματα των εμπορικών μας ιστιοφόρων οπού προτιμούν ιδιαιτέρως την αγίαν Φωτεινήν, κατέλαβον όλας τας στοάς την αυλήν ακόμη ολόκληρον. Ήτο προεόρτια της Μεταμορφώσεως, ωραία ακολουθία. Ο δε ονομαστός πρωτοψάλτης της Σμύρνης, ο γλυκύμολπος Μισαϊλίδης, έψαλε τας ωραίας καταβασίας Χοροί Ισραήλ με ιδιαιτέραν τινά διάθεσιν, ίσως ενθουσιασθείς από την γοητεύουσαν ποίησιν του θείου μελωδού Κοσμά, τόσον χαριτωμένα, τόσον γλυκά, ώστε όταν έψαλλε της εννάτης ωδής τον ειρμόν Ο τόκος σου άφθορος εδείχθη, παρ’ ολίγον να χειροκροτήσω, παρ’ ολίγον να φωνάξω: Να μουσική μια φορά!

Και όντως είνε γλυκύτατον το σμυρναϊκόν ιδίωμα της Βυζαντινής μουσικής, το οποίον πρώτον ανέδειξεν ο πρωτοψάλτης της Σμύρνης, ο αηδονόστομος Νικόλαος, τού οποίου τα μουσουργήματα ακουόμενα αφίνουσιν ανεξάλειπτον γοητείαν βαθειά εις την καρδίαν δια το πάθος των δια τούτο εξόχως αρέσκουσιν εις τους ιεροψάλτας, αν και εις το Φανάριον, όπου προτιμάται η αυστηρά και απλούστατη γραμμή Πέτρου του Λαμπαδαρίου, δεν τα δέχονται. Εν Αθήναις δε μετά πολλής περιπαθείας τα προτιμά πάντοτε και τα εκτελεί εις τον ιερόν Ναόν τού αγίου Γεωργίου Καρύτση ο αγαπητός ιατρός κ. Θεοχάρης με την συμπαθητικήν φωνήν του.

Εις την αγίαν Φωτεινήν τελείται καθ’ εκάστην η θεία Λειτουργία —εις τα δύο του παρεκκλήσια όμως— δεξιά και αριστερά, κατανυκτικότατα πάντοτε και σεμνότατα, διότι οι ιερείς της αγίας Φωτεινής εναρμονίζουσι την φωνήν των σύμφωνα με τας οδηγίας τού κ. Μισαηλίδου. και ούτως αποκτά μίαν χάριν εμμελή πάσα ιερουργία των, έστω και εν καθημερινή.

Εκείνο δε όπου μου εκίνησε την περιέργειαν ιδιαιτέρως είνε τούτο, ότι εις τας καθημερινάς αυτάς λειτουργίας ψάλλει πάντοτε ένας τυφλός με μίαν γλυκυτάτην φωνήν ψάλτης, όστις χωρίς να βλέπη, εξ ακοής μόνον, έμαθε και εκτελεί θαυμασίως, χωρίς να παρεκκλίνη διόλου από την γραμμήν του συνθέτου, χωρίς να παρίδη κανένα φθόγγον, όλα τα ωραιότερα μουσουργήματα των ονομαστότερων πρωτοψαλτών της Σμύρνης. Ω Σμύρνη μου ωραία, πατρίς του τυφλού Ομήρου! Ω γλυκύτατη Ιωνία, κοιτίς της τέχνης και των γραμμάτων. Τον τυφλόν αυτόν ψάλτην μ’ αρέση να τον ακούω κάθε πρωί ψάλλοντα τον Χερουβικόν ύμνον και το Άξιον εστίν εις εναρμόνιον πρώτον ήχον. Έχει την καταγωγήν του από τους αοιδούς των Ομηρικών επών χωρίς άλλο.(...)
Τώρα πρέπει να βρώ και το βιβλίο, να διαβάσω ολόκληρο το διήγημα!

Το απόσπασμα ανακάλυψα εδώ.
 

neoklis

Νεοκλής Λευκόπουλος, Γενικός Συντονιστής
#23

Attachments

neoklis

Νεοκλής Λευκόπουλος, Γενικός Συντονιστής
#26
#27
<table cellpadding="3%"><tr><td>11. Ζωὴ στὸν οὐρανό.</td><td bgcolor="Bisque">XI. Trăind în cer.</td></tr><tr><td>Στὸ κέντρο τοῦ ἱεροῦ χώρου, στὸν περίβολο, πολὺ κοντὰ στὸ πρεσβυτέριο ποὺ γεννήθηκα, ὑψωνόταν ἡ ἐκκλησία.</td><td bgcolor="BlanchedAlmond">În mijlocul incintei sacre - peribolos - aproape de casa parohială, se înalță biserica.</td></tr><tr><td>Ἡ ἐκκλησία, ὅπως τὴν ἔχουν δῆ, δὲν εἶναι ἕνα γήϊνο οἰκοδόμημα. Ποτέ. Ἂν καὶ εἶναι κτισμένη ἐπὶ τῆς γῆς. Ἐξ ἄλλου ἡ ἐκκλησία δὲν μοιάζει μὲ κανένα ἄλλο οἰκοδόμημα. Διότι εἶναι ἕνα ἀντίγραφο, μιὰ γήϊνη ἀπομίμησις τῆς ἀληθινῆς ἐκκλησίας, ποὺ βρίσκεται στὸν οὐρανό. Κάθε ἐκκλησία βρίσκεται στὸν οὐρανό, ὅπως μᾶς τὴν περιγράφει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης στὴν Ἀποκάλυψι. Τὰ κτίσματα ποὺ βλέπομε στὸ κέντρο τῶν πόλεων καὶ τῶν χωριῶν καὶ ποὺ ὀνομάζομε ἐκκλησίες δὲν εἶναι παρὰ ἀντίγραφα – περισσότερο ἢ λιγώτερο ἐπιτυχημένα – τοῦ πρωτοτύπου.</td><td bgcolor="BlanchedAlmond">Așa cum am văzut, biserica nu este o construcție pământească. Niciodată. Chiar dacă e zidită pe pământ. De altfel, biserica nu se aseamănă cu nici o altă construcție. Căci ea este o copie, o reproducere pământească a bisericii adevărate, care este în cer. Orice biserică este în cer - așa cum arată Sfântul Ioan în Apocalipsă. Construcțiile pe care le vedem în mijlocul orașelor și satelor, și pe care le numim biserici, nu sunt decât cópii - mai mult sau mai puțin reușite - ale originalului.</td></tr><tr><td>Εἶναι ἀδύνατο νὰ κατασκευάσης ἐπὶ τῆς γῆς μιὰ οὐράνια κατοικία – διότι δὲν μπορεῖς νὰ κατασκευάσης τὸν οὐρανὸ μὲ μάρμαρο, μὲ γρανίτη, ἢ μὲ ξύλο – οὔτε μὲ κανένα ἄλλο βαρὺ ὑλικὸ ἀπ' αὐτὰ ποὺ διαθέτομε στὴ γῆ.1 Ἕνα οὐράνιο οἰκοδόμημα πρέπει ὑποχρεωτικὰ νὰ εἶναι κατασκευασμένο μὲ ὑλικὰ οὐράνια. Ὅμως δὲν τὰ ἔχομε. Κατασκευάζομε λοιπὸν ἐπὶ τῆς γῆς, σύμφωνα μὲ τὶς ἀποκαλύψεις ποὺ ἔγιναν στοὺς προφῆτες, τὸ ἀντίγραφο τῆς ἐκκλησίας μας τοῦ οὐρανοῦ, χρησιμοποιώντας τὰ σύμβολα. Τὸ σύμβολο εἶναι ὁ τρόπος νὰ ἐκφράζωμε μὲ εἰκόνες, ἔμμεσα, τὶς πραγματικότητες ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ ἐκφράσωμε ἄμεσα, ἐπειδὴ μᾶς λείπουν τὰ μέσα. Τὸ νὰ ἐννοῆς ἕνα σύμβολο σημαίνει νὰ συμμετέχης στὴν παρουσία ποὺ ἐκφράζει. Γιὰ τοὺς μὴ πιστοὺς μιὰ εἰκόνα, μιὰ ἐκκλησία, ἡ τέλεσις τῆς θείας Λειτουργίας καὶ αὐτὴ ἡ λατρεία ἀκόμη, ὁποιαδήποτε κι᾿ ἂν εἶναι, δὲν ἔχουν καμμιὰ ἀξία. Ὅπως ἀκριβῶς δὲν ἔχει καμμιὰ ἀξία γιὰ ἕνα ἀναλφάβητο τὸ πιὸ καλὸ βιβλίο τοῦ κόσμου. Αὐτὸς ποὺ δὲν εἶναι πιστός μπροστὰ σὲ μιὰ ἐκκλησία, σὲ μιὰ λειτουργία, σὲ μιὰ εἰκόνα παραμένει τόσο ξένος, ὅσο καὶ ἕνας ποὺ δὲν ξέρει τὰ γράμματα τῆς ἀλφαβήτου μπροστὰ σ᾿ ἕνα βιβλίο.</td><td bgcolor="BlanchedAlmond">E cu neputință să constuim pe pământ un lăcaș ceresc - căci nu poți construi cerul cu marmură, granit sau lemn - cu nici una din materialele grele pe care le avem pe pământ.1 În mod obligatoriu, o construcție cerească trebuie construită din materiale cerești. Noi însă nu le avem. Așadar, noi construim pe pământ, după descoperirile făcute proorocilor, copia bisericii noastre de sus, folosindu-ne de simboluri. Simbolul este modul de a exprima indirect, prin imagini, realitățile pe care nu le putem exprima direct, din lipsă de mijloace. A înțelege un simbol, înseamnă a participa la prezența pe care el o reprezintă. Pentru cei necredincionși, o icoană, o biserică, săvârșirea Sfintei Liturghii și cultul însuși, oricare ar fi el, n-au nici o valoare; cum pentru un analfabet nici cea mai frumoasă carte din lume n-are nici o valoare. În fața unei biserici, a unei Liturghii, a unei icoane, necredinciosul rămâne la fel de străin ca și cel care nu cunoaște literele alfabetului în fața unei cărți.</td></tr><tr><td>Τὸ πρῶτο σύμβολο τῆς ἐκκλησίας εἶναι τὸ σχῆμα ἑνὸς καραβιοῦ, ποὺ κατευθύνεται πάντα πρὸς ἀνατολάς. Τὸ σχῆμα τοῦ καραβιοῦ θυμίζει συμβολικὰ πὼς ἡ ἐκκλησία δὲν εἶναι γήϊνο πρᾶγμα. Ὁ ρόλος της εἶναι ν᾿ ἀρμενίζη, ὅπως ἕνα πλοῖο, πέρ' ἀπ' τὴ γῆ. Ἀκόμη ἡ ἐκκλησία εἶναι μιὰ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοια αὐτὴ ἐκφράζει τὸν κόσμο ὁλόκληρο, διότι ὁ Θεὸς εἶναι τὸ Πᾶν. Ἡ ἐκκλησία χωρίζεται σὲ τρία μέρη, διότι ὁ Θεὸς εἶναι Τριάς. Τὸ κύριο μέρος τῆς ἐκκλησίας εἶναι τὸ ἱερὸ βῆμα, ποὺ συμβολίζει τὶς ἀνώτερες καὶ ὑπερουράνιες σφαῖρες τοῦ κόσμου, ὅπου βρίσκεται ὁ θρόνος τοῦ Θεοῦ. Μέσα στὸ ἱερὸ βῆμα στέκεται ὁ ἱερεύς, ποὺ ἀντιπροσωπεύει τὸν Θεὸ ἐδῶ κάτω. Τὸ ὑπόλοιπο τῆς ἐκκλησίας ἐκφράζει τὸν ὁρατὸ κόσμο. Ὁ τροῦλλος τῆς ἐκκλησίας συμβολίζει τὸν οὐράνιο θόλο. Τὸ δάπεδο τῆς ἐκκλησίας συμβολίζει αὐτὸ ποὺ ὑπάρχει πάνω στὴ γῆ. Στὸν τροῦλλο, πάνω ἀπὸ τὶς ἄλλες εἰκόνες, βρίσκεται ὁ Παντοκράτωρ. Αὐτὸς συμβολίζει τὴν κοινωνία τῆς ἀγάπης καὶ τὴν ἕνωσι ἐν Χριστῷ, τὴν ἕνωσι τῶν Ἁγίων τῆς γῆς μὲ τοὺς Ἁγίους τοῦ οὐρανοῦ. Γι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς κάτω ἀπὸ τὸν Παντοκράτορα, στὸ κέντρο τῶν εἰκόνων, βλέπει κανεὶς τὸν Σωτῆρα καὶ ἀπ᾿ ἐδῶ καὶ ἀπ᾿ ἐκεῖ τὴν Μητέρα του καὶ τὸν Βαπτιστή, τοὺς Ἀγγέλους καὶ τοὺς Ἀποστόλους μαζῆ μὲ τοὺς ἄλλους Ἁγίους. Καὶ τοῦτο γιὰ νὰ διδασκώμαστε πὼς ὁ Χριστὸς εἶναι στὸν οὐρανὸ μὲ τοὺς Ἁγίους καὶ πὼς συγχρόνως εἶναι μαζῆ μας καὶ ἀκόμη πὼς θὰ ἔλθη μιὰ μέρα.2</td><td bgcolor="BlanchedAlmond">Primul simbol al bisericii este forma ei de navă, îndreptată totdeauna către răsărit. Forma de navă amintește simbolic faptul că biserica nu este un lucru pământesc; ea nu face decât să plutească, ca o navă, deasupra pământului. Apoi, biserica este o imagine a lui Dumnezeu - și, ca atare, reprezintă lumea întreagă, căci Dumnezeu este Totul. Biserica este împărțită în trei părți, căci Dumnezeu este Treime. Partea principală a bisericii este altarul, care simbolizează sferele superiore și supracerești ale lumii, în care se găsește tronul lui Dumnezeu. În altar se află preotul care Îl reprezintă aici jos pe Dumnezeu. Restul bisericii reprezintă lumea văzută. Cupola bisericii simbolizează bolta cerului. Pardoseala bisericii reprezintă cele de pe pământ. Sub boltă, deasupra celorlalte imagini, se afla Pantocratorul - Hristos Atotțiitorul. El simbolizează comuniunea iubirii și a unirii în Hristos, unirea sfinților pământului cu sfinții cerului. De aceea, sub Pantocrator, centrul iconostasului e ocupat de Mântuitorul, înconjurat de o parte și de alta de Maica Sa și Ioan Botezătorul, de îngeri și Apostoli împreună cu toți sfinții; aceasta pentru a ne învăța că în ceruri Hristos este împreună cu sfinții și că, în același timp, El este cu noi și, de asemenea, că într-o zi va veni din nou.2</td></tr><tr><td>Κάτω ἀπ᾿ τὶς εἰκόνες αὐτές, συγκεντρωμένοι σὲ σύναξι, βρίσκονται οἱ πιστοί. Καὶ ἀνάμεσα σὲ μᾶς, τοὺς πιστούς, ποὺ ἔχομε συγκεντρωθῆ γιὰ τὴ θεία Λειτουργία καὶ τοὺς Ἁγίους τοῦ οὐρανοῦ, δὲν ὑπάρχουν σύνορα: ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ δὲν ξεχωρίζονται κατὰ τὴ διάρκεια τῆς λειτουργίας. Γι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς ὁ ἱερεὺς θυμιατίζει μὲ τὸν ἴδιο τρόπο τὸν Χριστό, τοὺς Ἁγίους καὶ τοὺς πιστοὺς τῆς γῆς. Ὅλοι εἶναι συγκεντρωμένοι στὸ ἴδιο καράβι καὶ ἀποτελοῦν ἕνα σύμπλεγμα οἱ ἐν οὐρανοῖς καὶ οἱ ἐπὶ τῆς γῆς. Διότι ἡ Ἐκκλησία εἶναι κυρίως ἡ συμφιλίωσις τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ἡ ὤσμωσις* τοῦ οὐρανίου καὶ τοῦ ἐπιγείου, χάρις στὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ.</td><td bgcolor="BlanchedAlmond">Sub aceste icoane se găsesc credincioșii adunați în sinaxă. Nici între noi - credincioșii, adunați pentru Sfânta Liturghie - și sfinții din cer nu mai există frontiere: în timpul Liturghiei cerul și pământul nu mai sunt separate. Din această pricină, preotul tămâiazâ deopotrivâ fața lui Hristos, a sfinților și a credincioșilor de pe pământ. Toți sunt adunați în aceeași navă, amestecați împreună: cei din cer și cei de pe pământ. Căci Biserica este înainte de toate împăcarea cerului și a pământului, împletirea celor cerești și a celor pământești, datorită prezenței lui Hristos...</td></tr><tr><td>Τὰ σύμβολα εἶναι ἂπειρα. Ὅλα στὴν ἐκκλησία ἐκφράζουν τὴ συνάντησι τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς. Ἐδῶ, τὸ οὐράνιο καὶ τὸ ἐπίγειο ἀναμιγνύονται, ὅπως τὰ νερὰ ἑνὸς ποταμοῦ μέσα σ᾿ ἕνα κόλπο. Ἡ ἐκκλησία, ὅπως ἡ εἰκόνα, εἶναι ἕνα συμπλήρωμα τῆς λειτουργικῆς προσευχῆς καὶ ἀποτελεῖ ἀκέραιο τμῆμα τῆς λειτουργίας.</td><td bgcolor="BlanchedAlmond">Simbolurile sunt infinite. În biserică, ele toate exprimă întâlnirea cerului și a pământului. Aici cerescul și pământescul se amestecă, așa cum se amestecă apele unui fluviu într-un estuar. Ca icoană, lăcașul bisericesc e o întregire a rugăciunii euharistice și face parte integrantă din Liturghie.</td></tr><tr><td>Ἔχοντας λοιπὸν ὑπ᾿ ὄψιν ὅτι ἡ ἐκκλησία εἶναι ὁ οὐρανὸς ἐπὶ τῆς γῆς, μπορῶ νὰ βεβαιώσω, χωρὶς καμμιὰ ὑπερβολή, πὼς τὴν παιδική μου ἡλικία ὁλόκληρη τὴν πέρασα στὸν οὐρανό. Μέσα δηλ. στὴν ἐκκλησία καὶ μέσα στὰ ἱερὰ σκηνώματα... Τὰ παιδικὰ μου χρόνια, κυρίως καὶ μεταφορικῶς, ὑπῆρξαν μιὰ ἀνυπέρβλητη, μιὰ συνεχὴς λειτουργία.</td><td bgcolor="BlanchedAlmond">Biserica fiind cerul rezidit pe pământ, pot să afirm - fără nici o exagerare - că întreaga copilărie mi-am petrecut-o în cer. Adică în biserică și în incinta sacră... Copilăria mea a fost, atât la propriu, cât și la figurat, o sublimă și continuă Liturghie.</td></tr><tr><td>Μόλις μπόρεσα νὰ περπατήσω, ἄρχισα κοντὰ στὸν πατέρα μου νὰ συμμετέχω σ᾿ ὅλες τὶς ἀκολουθὶες: στὶς λειτουργίες, στοὺς ἐνταφιασμούς, στὶς βαπτίσεις, στοὺς γάμους, καὶ στὰ Te Deum – στὶς δοξολογίες. (Ἐμεῖς, οἱ Ρουμᾶνοι, εἴμαστε ἀριθμητικὰ ὁ δεύτερος ὀρθόδοξος λαὸς τοῦ κόσμου. Εἴμαστε ὁ μόνος λαὸς ποὺ συνδυάζει δυτικὰ καὶ ὀρθόδοξα στοιχεῖα. Ὅταν π.χ. λειτουργοῦμε στὴ γλῶσσα μας, χρησιμοποιοῦμε πολλὲς λατινικὲς λέξεις).</td><td bgcolor="BlanchedAlmond">De când am început să merg, am participat, alături de tatăl meu, la toate slujbele: liturghii, înmormântări, botezuri, cununii și Te Deum-uri. (Noi - românii - suntem, numeric, al doilea popor ortodox din lume. Suntem singurul popor latin și ortodox; și, celebrând în limba noastră, folosim în biserică mai multe cuvinte latine decât oricare alt popor).</td></tr><tr><td>Ὁ ἱερεὺς δὲν μπορεῖ νὰ τελέση τὴ θεία Λειτουργία, ὅπως καὶ πολλὲς ἄλλες ἀκολουθίες, χωρὶς νὰ παρευρίσκεται τοὐλάχιστον ἕνας ἂνθρωπος. Αὐτὸ τὸ δεύτερο πρόσωπο ἤμουν πολὺ συχνὰ ἐγώ. Καὶ γνωρίζομε πὼς ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει ὁ λειτουργὸς ἱερεὺς καὶ ἕνας μόνον πιστός, ἐκεῖ εἶναι πάντοτε παρὼν καὶ ὁ Θεός. Αὐτὰ τὰ τρία πρόσωπα, ὁ Θεός, ὁ ἱερεὺς καὶ ὁ πιστός, σχηματίζουν, μόνο αὐτοί, μιὰ πλήρη Ἐκκλησία, θεία, ἀποστολικὴ καὶ καθολική. Ὁ Θεὸς λοιπὸν ὁ πατέρας μου κι᾿ ἐγὼ ἀποτελούσαμε τὴν Ἐκκλησία. Τὸ μυστικὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Σὲ μᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους τὸ ἐπίθετο «καθολικὴ» δὲν προσδιορίζει ποσοτικὰ μιὰ Ἐκκλησία, αὐτὴ δηλ. ποὺ ἐκτείνεται σ᾿ ὅλους τοὺς λαοὺς καὶ σ᾿ ὅλους τοὺς τόπους τῆς γῆς, ἀλλὰ ποιοτικά. Διότι ἐκεῖνος ποὺ εἶναι ἑνωμένος μὲ τὸν Θεὸ εἶναι ἑνωμένος μὲ τὸ σύμπαν ὁλόκληρο. Καμμιὰ λοιπὸν Ἐκκλησία δὲν μποροῦσε νὰ εἶναι μεγαλύτερη, περισσότερο παγκόσμια καὶ καθολικὴ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ποὺ ἀποτελοὺσαμε ὁ Θεός, ὁ πατέρας μου κι᾿ ἐγώ, ἂν καὶ δὲν εἴμαστε παρὰ τρεῖς, μέσα σὲ μιὰ μικρὴ ξύλινη ἐκκλησία, κάπου βαθειὰ στὰ βουνὰ τῆς Petrodava. Τὸ ἤξερα αὐτό. Ἤξερα πὼς συνιστούσαμε μιὰ Ἐκκλησία, ποὺ πιὸ μεγάλη καὶ πιὸ παγκόσμια δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχη, διότι δὲν ὑπάρχει τίποτε πιὸ μεγάλο καὶ πιὸ παγκόσμιο ἀπ᾿ τὸν Θεό, ποὺ ἦταν μαζῆ μας καὶ ποὺ ἀντιπροσωπεύει τὰ πάντα.</td><td bgcolor="BlanchedAlmond">Preotul nu poate sluji Sfânta Liturghie, și un mare număr de alte slujbe, fără să fie prezentă cel puțin încă o altă persoană. Această a doua perosană eram adeseori eu. Se știe că acolo unde este preotul care slujește și un singur credincios, Dumnezeu este întotdeauna prezent. Aceste trei persoane: Dumnezeu, preotul și credinciosul formează ei singuri o Biserică deplină, dumnezeiască, apostolească și sobornicească. Dumnezeu, tatăl meu și cu mine formam, așadar, Biserica. Trupul tainic al lui Hristos. La noi, adjectivul “catolic”, adică “universal”, tradus prin slavonescul “sobornicesc”, nu are sensul cantitativ de Biserică ce se întinde la toate popoarele și în toate colțurile pământului, ci unul calitativ, căci cine este unit cu Dumnezeu este în unire cu întreg universul. Nici o Biserică nu putea fi mai mare, mai universală, mai catolică, decât Biserica pe care o formam noi: Dumnezeu, tatăl meu și cu mine - deși nu eram decât trei, într-o micuță biserică de lemn, în fundul munților Petrodavei. Știam acest lucru. Știam că formam o Biserică cum nu se poate mai mare și mai universală - căci nu există nimic mai mare și mai universal decât Dumnezeu, Care era împreună cu noi și care reprezintă Totul.</td></tr><tr><td>Τὸ κορύφωμα τῆς ζωῆς μας ἦταν ἡ τέλεσις τῆς θείας Λειτουργίας. Ἡ εὐχαριστία δὲν εἶναι μιὰ ἐπανάληψις τῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ, ἀλλ᾿ ὅμως εἶναι πάντα ἕνα μοναδικὸ μυστήριο, ποὺ πραγματοποιεῖται κάτω ἀπὸ τὰ μάτια μας. Ἔτσι γινόμουν μάρτυς καὶ σύγχρονος τοῦ Χριστοῦ, τῆς ζωῆς του, τοῦ πάθους του ἐπὶ τοῦ Γολγοθᾶ καὶ τῆς Ἀναστάσεώς του. Μερικὲς φορὲς ἡ θερμὴ πίστις μου πλημμύριζε τὴν παιδικὴ ὕπαρξί μου μ᾿ ἕνα παράφορο αἴσθημα. Εἶχα μιὰ ποιητικὴ καὶ χριστιανικὴ ψυχὴ καὶ ἔνοιωθα μιὰ βαθειὰ λύπη ποὺ δὲν εἶχα ζήσει τὴν ἐποχὴ τοῦ Χριστοῦ. Ἐπιθυμοῦσα νὰ τὸν δῶ πολὺ μικρὸν μέσα στὴ φάτνη, ὅπως τὸν εἶδαν οἱ μάγοι καὶ οἱ βοσκοί. Ὁ πατέρας μου μοῦ ἀπαντοῦσε πὼς εἶμαι σύγχρονος τοῦ Χριστοῦ καὶ πὼς κάθε χριστιανὸς εἶναι ἐπίσης σύγχρονος τοῦ Χριστοῦ. Μοῦ ἔλεγε τὰ λόγια τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου:</td><td bgcolor="BlanchedAlmond">Piscul vieții noastre era săvârșirea Dumnezeieștii Liturghii. Euharistia nu este o repetare a jertfei lui Hristos, ci este întotdeauna o jertfă unică, care se săvârșește sub ochii noștri. Eram aievea martorul și contemporanul lui Hristos, al vieții Sale, al patimilor Sale pe Golgota și al Învierii Sale. Uneori, purtat de credința mea fierbinte de copil poet și creștin, îmi exprimam regretul de a nu fi trăit pe vremea lui Hristos. Aș fi vrut să-L văd micuț în iesle, așa cum L-au văzut magii și păstorii. Tatăl meu îmi răspundea că eu sunt de fapt contemporan cu Hristos, că orice creștin este contemporan cu Hristos. Cita cuvintele Sfântului Ioan Hrisostom:</td></tr><tr><td>Δὲν εἶσαι σὺ ὁ μοναδικὸς Χριστιανός, ποὺ λυπᾶσαι γιατὶ δὲν εἶδες τὸν Χριστό. «Πόσοι νῦν λέγουσιν, ἐβουλόμην αὐτοῦ τὴν μορφὴν ἰδεῖν, τὸν τύπον, τὰ ἱμάτια, τὰ ὑποδήματα! Ἰδοὺ αὐτὸν ὁρᾷς, αὐτοῦ ἅπτῃ, αὐτὸν ἐσθίεις... Οὐκ ἐν φάτνῃ ὁρᾷς, ἀλλ᾿ ἐν θυσιαστηρίῳ, οὐ γυναῖκα κατέχουσαν, ἀλλ᾿ ἱερέα παρεστῶτα... Καὶ οὐχ ὁρᾷς μόνον, ἀλλὰ καὶ ἅπτῃ καὶ οὐχ ἅπτῃ μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐσθίεις καὶ λαβὼν οἴκαδε ἀναχωρεῖς».3</td><td bgcolor="BlanchedAlmond">“Nu ești singurul creștin care regretă că nu L-a văzut pe Hristos. Mulți spun astăzi: «Aș vrea să-L văd pe El Însuși, ῾fața Sa, trăsăturile, veșmintele, încălțările Sale᾿. Ei bine, Îl și vedeți, Îl atingeți, Îl mâncați... căci El Se dăruie pe Sine Însuși vouă...» Căci Trupul lui Hristos nu ni se mai arată în iesle, ci pe altar..., nu se mai află în mâinile unei simple femei: Iată preotul e cel care-L ține! Și nu doar Îl vedeți, ci Îl chiar atingeți; nu doar Îl atingeți, ci chiar Îl mâncați; Îl duceți la casele voastre”.3</td></tr><tr><td>Κι᾿ αὐτὸ εἶναι ἀληθινό. Ὑπῆρχε κάποιος ραββῖνος ποὺ ἰσχυριζόταν πὼς μέχρι τὴ γιορτὴ τῆς Σκηνοπηγίας – τὸ φθινόπωρο – ἔνοιωθε τὴν ἐπίδρασι τοῦ ἱεροῦ κρασιοῦ ποὺ εἶχε πιῆ τὸ Πάσχα. Ἐγώ, μέχρι τὸ θάνατό μου, θὰ νοιώθω πάνω στὰ χείλη μου τὴ θέρμη τοῦ ἀσημένιου κουταλιοῦ, μὲ τὸ ὁποῖο κάθε φορὰ κοινωνοῦσα. Κι᾿ ἦταν φυσικὸ νὰ μείνη ἡ θέρμη αὐτὴ πάνω στὰ χείλη μου: γιατὶ τὸ κουτάλι τῆς κοινωνίας ὀνομάζεται Λαβὶς καὶ συμβολίζει τὴ λαβίδα, μὲ τὴν ὁποία τὸ Σεραφὶμ παίρνει τὰ ἀναμμένα κάρβουνα πάνω ἀπ᾿ τὸ θυσιαστήριο τοῦ Θεοῦ, ὅπως περιγράφει ὁ Ἡσαΐας: «Καὶ ἀπεστάλη πρὸς με ἓν τῶν Σεραφεὶμ καὶ ἐν τῇ χειρὶ εἶχεν ἄνθρακα, ὃν τῇ λαβίδι ἔλαβεν ἀπὸ τοῦ θυσιαστηρίου καὶ ἥψατο τοῦ στόματός μου».4</td><td bgcolor="BlanchedAlmond">Și acest lucru era adevărat. Un rabin spunea cândva că simțea efectul vinului sfințit băut la Paști până la sărbătoarea Corturilor - în toamnă. Și eu voi simți până la moarte pe buzele mele arsura linguriței de argint cu care am primit fiecare Sfântă Cuminecătură. Era și firesc ca această arsură să rămână pe buzele mele: în limba greacă lingurița de împărtășanie se numește labis, cuvânt care înseamnă “cleștișor”. Simbolic, ea reprezintă cleștișorul cu care serafimul ia cărbunii aprinși de pe altarul lui Dumnezeu, după cum spune Isaia: “Atunci unul dintre serafimi a zburat spre mine, având în mâna sa un cărbune pe care-l luase cu cleștele de pe jertfelnic. Și l-a apropiat de gura mea”.4</td></tr><tr><td>Κοινωνώντας, λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, παίρνομε θεῖα ἀναμμένα κάρβουνα «ὥστε ἡ θεία φωτιὰ τῆς ἐπιθυμίας, ποὺ καίει μέσα μας, νὰ κάψῃ τὰ ἁμαρτήματά μας, νὰ φωτίσῃ τὴν καρδιά μας καί, μετέχοντας στὴ θεία φωτιά, νὰ ἁγνισθοῦμε καὶ νὰ θεωθοῦμε».</td><td bgcolor="BlanchedAlmond">Împărtășindu-ne, noi primim - cum spune Sfântul Ioan Damaschin - cărbuni aprinși divini, “pentru ca focul dorinței, unit în noi cu dogoarea cărbunilor, să ardă păcatele noastre, să ne lămurească inima și prin împărtășirea cu focul dumnezeiesc să fim curățiți și îndumnezeiți”.</td></tr><tr><td>Παίρνομε τὴν θεία Κοινωνία – τὰ ἀναμμένα κάρβουνα – ὄρθιοι, μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα, μπροστὰ στὶς βασιλικὲς πύλες τοῦ ἱεροῦ, ποὺ συμβολίζουν τὶς πύλες τοῦ Παραδείσου. Ἄκουγα, τὴν ὥρα τῆς Κοινωνίας, τὴ φωνὴ τοῦ. Χριστοῦ ποὺ μοῦ ἔλεγε:</td><td bgcolor="BlanchedAlmond">Împărtășania - cărbunii aprinși - o primim în picioare, cu brațele încrucișate pe piept, în fața ușilor împărătești ale altarului - care reprezintă porțile Raiului. La împărtășanie auzeam vocea lui Hristos care-mi spunea:</td></tr><tr><td>«Ἐγὼ ταῖς σαρξὶ τρέφω ταῖς ἐμαῖς, ἐμαυτὸν ὑμῖν παρατίθημι... Ἀδελφὸς ἠθέλησα ὑμέτερος γενέσθαι. Ἐκοινώνησα σαρκὸς καὶ αἵματος δι᾿ ὑμᾶς πάλιν αὐτὴν ὑμῖν τὴν σάρκα καὶ τὸ αἷμα, δι᾿ ὧν συγγενὴς ἐγενόμην, ἐκδίδωμι».5</td><td bgcolor="BlanchedAlmond">“Îi hrănesc pe cei ai Mei... pe Mine Însumi Mă dărui spre hrana voastră... Am vrut să fiu fratele vostru, și pentru aceasta să am trup și sânge ca ale voastre, și acum, iată, vă dau trupul și sângele care M-au făcut ca unul din voi”.5</td></tr><tr><td>«Ὁ Θεὸς ἔσμιξε τὸ αἷμα του μὲ τὸ δικό μας γιὰ νὰ μᾶς φτιάξη μιὰ καινούργια ὕπαρξι, ἑνωμένη μαζῆ του».6</td><td bgcolor="BlanchedAlmond">“Dumnezeu Și-a amestecat sângele Său cu al nostru pentru a face din noi, oamenii, o singură ființă cu El”.6</td></tr><tr><td>Ὕστερα ἀπὸ κάθε Κοινωνία, ἔνοιωθα ὄχι μόνο καθαρισμένος ἀπὸ κάθε ἁμαρτία, ἀλλὰ ἀκόμη θεωμένος,7 γιατὶ μέσα στὸ σῶμα μου εἶχα τὸ ἴδιο αἷμα μὲ τὸν Θεό. Ἤμουνα παιδὶ τοῦ Θεοῦ ἐξ αἵματος. Ἔφερα τὸν Θεὸ μέσα μου. Ἤμουνα θεοφόρος. Ἔτσι κατάλαβα γιατὶ οἱ πιστοὶ εἶναι μεταμορφωμένοι καὶ ὡραῖοι, ὅταν βγαίνουν ἀπ᾿ τὴ θεία Λειτουργία, ὅπως οἱ καλλιτέχνες ποὺ τοὺς φωτίζουν τὰ φῶτα τῆς σκηνῆς. Εἶναι γιατὶ φέρουν τὸν Θεὸ μέσα τους, μέσα στὸ σῶμα τους καὶ Ἐκεῖνος τοὺς φωτίζει. Ὕστερα ἀπὸ κάθε Κοινωνία δὲν ἔνοιωθα μόνο παιδὶ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ ἀδελφὸς ἐξ αἵματος μὲ ὅλους τοὺς χριστιανοὺς ὁλοκλήρου τοῦ κόσμου. Ἤμουνα ἀδελφὸς ἐξ αἵματος μὲ ὅλους τοὺς χριστιανοὺς ποὺ ἔζησαν, μὲ ἐκείνους ποὺ ζοῦν τώρα καὶ μ᾿ ἐκείνους ποὺ θὰ ζήσουν αὔριο, διότι εἶχαν, ἔχουν καὶ θὰ ἔχουν μέσα στὶς φλέβες τους τὸ ἴδιο θεῖο αἷμα ποὺ κι᾿ ἐγὼ ἔχω μέσα στὸ δικό μου σῶμα. Αὐτὴ ἡ ἀνθρώπινη καὶ παγκόσμια ἀδελφοσύνη εἶναι τὸ χριστιανικὸ πλήρωμα. Σ᾿ αὐτὴ τὴν παγκόσμια λειτουργία τὰ πάντα ἑνώνονται καὶ τὸ σύμπαν ὁλόκληρο γίνεται ἕνα. Κοινωνοῦσα μὲ τὸν Θεὸ καὶ Ἐκεῖνος κοινωνοῦσε μαζῆ μου. Αὐτὲς τὶς στιγμὲς ζούσαμε στὴν αἰωνιότητα. Διότι ἡ αἰωνιότης ἀρχίζει ἐδῶ κάτω, στὴ γῆ. Καὶ ὅταν βρισκώμαστε στὴν Ἐκκλησία, βρισκόμαστε κιόλας στὸν οὐρανό. Εἴμαστε κιόλας στὴν αἰωνιότητα. Καὶ σ᾿ αὐτὴ τὴν αἰωνιότητα πέρασα ὁλόκληρη τὴν παιδικὴ μου ἡλικία...</td><td bgcolor="BlanchedAlmond">După fiecare împărtășanie, mă simțeam nu doar spălat de păcate, dar și îndumnezeit,7 căci aveam în trup același sânge cu Dumnezeu. Eram fiul lui Dumnezeu prin sânge. Îl purtam pe Dumnezeu în mine. Eram “teofor”, purtător de Dumnezeu. Am înțeles de ce, atunci când ies de la Sfânta Liturghie, credincioșii sunt transfigurați, frumoși, ca actorii sub luminile rampei. Dumnezeul pe care-L poartă în ei, în trupurile lor, este Cel care-i luminează. După fiecare împărtășanie mă simțeam nu doar fiu al lui Dumnezeu, dar și frate de sânge cu toți creștinii din lumea întreagă. Eram frate de sânge cu toți creștinii care au trăit, cu cei care trăiesc acum și cu cei care vor trăi mâine, căci toți au avut, au și vor avea în vinele lor același sânge dumnezeiesc pe care-l am și eu în trupul meu. Această frățietate umană și cosmică este plenitudinea creștină. Toate se reunesc în această Liturghie cosmică și întreg universul e una. Eu făceam parte din Dumnezeu, și Dumnezeu făcea parte din mine. În această clipă, noi trăim în veșnicie. Căci veșnicia începe de aici, de pe pământ. Și când suntem în Biserică, suntem deja în cer. Suntem deja în veșnicie. Eu mi-am petrecut copilăria în veșnicie...</td></tr><tr><td>
1. Συμεὼν Θεσσαλονίκης, περὶ ἱεροῦ ναοῦ, Ε.Π. τόμ. 155 στηλ. 337-340.
2. Συμεὼν Θεσσαλονίκης, Περὶ τοῦ ἁγίου Ναοῦ, Ἑλ. Πατρ. 155 στηλ. 345.
3. Ἰω. Χρυσοστόμου, Ἑλ. Πατρ. 58, 743 καὶ 61, 204-205.
4. Ἡσ. στ΄ 6.
5. Ἰω. Χρυσοστόμου, ὁμιλ. εἰς Ἰωαν. 46, 3 Ἑλ. Πατρ. 59, 261.
6. Ἔνθ. ἀνωτ. σὲ ἐλεύθερη ἀπόδοσι νοήματος.
7. Πραξ. ιζ΄ 17.
* Σ. Μ. Ὤσμωσις = φυσικὸν φαινόμενον διαλύματος καὶ ἀναμίξεως δύο ὑγρῶν.
</td><td bgcolor="BlanchedAlmond">
1. Sfântul Simeon al Tesalonicului, De sacro templo, PG 155, 337-340.
2. Sfântul Simeon al Tesalonicului, De sacro templo, cap. 136, PG 155, 345.
3. Sfântul Ioan Hrisostom, In Ep. I ad Cor. hom. 24, 1, PG 41, 199; și In Matth. hom. 82, 4, PG 5, 743.
4. Isaia 6, 6.
5. Sfântul Ioan Hrisostom, In Ioan Evang. hom. 46, 3, PG 59, 260.
6. Sfântul Ioan Hrisostom, Hom. 46, 2, PG 49, 260.
7. Faptele Apostolilor 17, 27.
</td></tr><tr><td>
Μετάφρασις:
ΕΥΘΥΜΙΟΥ Κ. ΣΤΥΛΙΟΥ
Ἀρχιμανδρίτου
</td><td bgcolor="BlanchedAlmond">
Virgil Gheorghiu​
</td></tr></table>
 
#29
<p align="justify" style="margin-top: 0; margin-bottom: 0">Το διήγημα είναι από το βιβλίο «Ἀναμνήσεις καί Νοσταλγίαι», Θεσ/νίκη 1958 (Α΄ βραβεῖον Διαγωνισμοῦ Ὑπουργείου Προεδρείας Κυβερνήσεως), σσ. 53-59. Δέκατο τρίτο κατά σειρά μιας συλλογής 30 διηγημάτων του μακαριστού γέροντα Γαβριήλ Διονυσιάτη, παρμένα από περιστατικά της ζωής του (κοσμικής και μοναχικής). Αναφέρεται στην περίπτωση ενός κουτοπόνηρου ψάλτη, «λιμοκοντόρου» και «κλεφτοκοτά».</p>

ΤΟ ΚΛΕΦΤΟΣΟΪ

<p align="justify" style="margin-top: 0; margin-bottom: 0">Καλὰ τὸ ἔλεγεν ὁ Δάσκαλος ὁ Ἀποστολίδης, ὅτι «φύσιν πονηρὰν μεταβαλεῖν οὐ ράδιον», ἀλλ᾿ ὁ Παπαγιάννης, ὁ ἐφημέριος τοῦ Χωριοῦ δὲν ἔδινε σημασία, καὶ ἐξακολουθοῦσε νὰ ὑποστηρίζῃ τὸν Στεριανὸ τὸν Ἀλλοίθωρο καὶ νὰ τὸν ἔχῃ δεξιὸν ψάλτην εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Ἀπὸ καιροῦ οἱ Ἐπίτροποι κάτι κατάλαβαν, ἀλλὰ φοβούμενοι μήπως παρεξηγηθοῦν μεταξύ των, δὲν τὸ κοινολογοῦσαν, καὶ μόνο στὴ γρηὰ Πολυξένη τὴν Ἐκκλησάρισσα, ποὺ ἄναβε τὰ κανδήλια, ῾ρωτοῦσαν ἰδιαιτέρως:</p><p align="justify" style="margin-top: 0; margin-bottom: 0">– «Τὶ γίνεται, γρηὰ Ξένη, δὲν ἔρχεται καὶ μεσοβδόμαδα κανένας χριστιανὸς ν᾿ ἀνάψῃ κανὰ κεράκι;...».</p><p align="justify" style="margin-top: 0; margin-bottom: 0">– «Πῶς δὲν ἔρχονται, γυιέμ᾿ κάθε μέρα ἄντρες καὶ γυναῖκες περνώντας μπαίνουν στὴν Ἐκκλησιὰ καὶ ἀνάβουν τὸ κερί τους!...».</p><p align="justify" style="margin-top: 0; margin-bottom: 0">– «Μὰ ἐμεῖς δὲν βρίσκουμε πεντάρα στὸ ταμεῖο, ὅταν τὸ ἀνοίγωμε, καὶ τὰ κεριά, ὅπως λὲς καὶ σύ, τὰ βλέπουμε ξοδευμένα!...».</p><p align="justify" style="margin-top: 0; margin-bottom: 0">– «Ἰγώ, Θιὸς καὶ Παναγιά, δὲν ζυγώνω κατὰ κεῖ, αὐτοὶ παίρνουν τὰ κεριὰ κι τἀνάβουν, ρίχνουν δὲ ρίχνουν παράδες ἀπ᾿ τὴν τρύπα δὲν ξέρω...»</p><p align="justify" style="margin-top: 0; margin-bottom: 0">– «Μπᾶς κι᾿ εἶδες κανένα νὰ πάῃ κατὰ κεῖ νὰ κάνει καμμιὰ ζαβολιά;...».</p><p align="justify" style="margin-top: 0; margin-bottom: 0">– «Τὶ νὰ δῶ, πιδάκιμ᾿ ἰγὼ βλέπου τὰ κανδήλιαμ καὶ τοῦ θυμιατὸ τοῦ Παπᾶ, αὐτούνα ἡ Στιριανὸς τὰ βουλεύει...».</p><p align="justify" style="margin-top: 0; margin-bottom: 0">Ἔβλεπε τῷ ὄντι ἡ ἀγαθὴ γραῖα τὸν Ἀλλοίθωρο ν᾿ ἀφίνῃ κατὰ διαλείμματα τὸ στασίδι του, ὅταν ξελειτουργοῦσε τὸν Παπᾶ, ἢ στοὺς Ἑσπερινοὺς ποὺ ἔρριχνε τὰ «τρισάγια» ὁ Παπᾶς, καὶ νὰ πηγαίνῃ στὸ παγκάρι νὰ τακτοποιῇ δῆθεν τὰ κεριὰ καὶ νὰ λέγῃ ἀπὸ κάποτε μονολογῶντας: «Τὶ ἄνθρωποι κι᾿ αὐτοὶ οἱ χωριάτες, πᾶν νὰ πάρουν ἕνα κερὶ καὶ τὰ ἀνακατεύουν ὅλα...».</p><p align="justify" style="margin-top: 0; margin-bottom: 0">Ὠνόμαζε τοὺς ἄλλους «χωριάτες», διότι αὐτὸς εἶχε κάμει στὴ Θεσσαλονίκη 5-6 χρόνια καὶ κατώρθωσε νὰ κάμῃ ἕνα κοστοῦμι καλὸ «ἐγγλέζικο» καὶ νὰ φορέσῃ «γραβάτα», νὰ μάθῃ δὲ καὶ «Ἑλληνικά». Τοὺς ἔλεγε δὲ τοὺς «χωριάτες», ὅτι δὲν εἶχε μάτι στὰ χρήματα, αὐτὸς ἤθελε εὐγένεια καὶ πολιτισμό, «κτῇσον ὄνομα καλὸν ὑπὲρ πλοῦτον πολύν», αὐτὸ εἶναι τὸ πρόγραμμά μου τοὺς ἔλεγε. Ὁ Γιάννης ὅμως Παρλιάρης, ποὺ εἶχε γυρίσει κόσμο καὶ ἔκανε καὶ στὸ «ἀνταρτικὸ» μὲ τὸ Βάρδα, τοὺς βεβαίωνε ὅτι αὐτὸς ὁ «λοιμοκοντόρος» τὰ πέρασε τὰ χρονάκια αὐτὰ στὴν «ψειροῦ», ἂς ἔλθῃ νὰ μοῦ πῇ ἐμένα ποῦ ἔμαθε τὰ Ἑλληνικὰ ὁ «κλεφτοκοτᾶς», καὶ τοὺς διηγεῖτο, ὅτι ὅταν πληγώθηκε στὸ Λέχοβο καὶ τὸν κατέβασαν στὴ Σαλονίκη, μετὰ ἀπὸ τὸ νοσοκομεῖο, τὸν ρίξανε στὴ φυλακὴ οἱ Τοῦρκοι καὶ ἐκεῖ βρῆκε καὶ τὸν Ἀλλοίθωρο, κρατούμενο γιὰ κάτι «ψιλοδουλειές».</p><p align="justify" style="margin-top: 0; margin-bottom: 0">Ὁ Γέρο δάσκαλος ἀγαποῦσε τὸν καπετὰν Γιάννη, καὶ ἤξευρε ὅτι καὶ στὰ λόγια του ἦτο μετρημένος, δὲν ἔλεγε εὔκολα κατηγορίες, ἤξευρε δὲ καὶ τὸν ἄλλο τὸν «προκομμένο», ὅπως τὸν ἔλεγε, καὶ ἐπιδοκιμάζοντας, κουνοῦσε τὸ κεφάλι του καὶ κάμνοντας μὲ τὴ μαγκούρα του σταυρόλεξα στὸ χῶμα, ἔλεγε ἀποφθεγματικά, «παλαιὸν κακόν».</p><p align="justify" style="margin-top: 0; margin-bottom: 0">Τὸν καπετὰν Γιάννη φοβότανε ὁ Ἀλλοίθωρος, καὶ δὲν τοῦ ἀντέλεγε ποτέ, ὅταν ὅμως μετ᾿ ὀλίγον καιρὸ ἄρχισε ὁ Βαλκανικὸς πόλεμος καὶ ἐκεῖνος ἔφυγε ξαφνικὰ ἀπὸ τὸ χωριό, αὐτὸς βρῆκε καιρὸν πάλιν νὰ λέγῃ στοὺς χωριάτες διδασκαλίες, καὶ ὅτι τώρα ποὺ ἐλευθερωθήκανε, νὰ μάθουν νὰ μιλοῦν «Ἑλληνικά». «Χολομών», τὸ λένε τὸ βουνό μας, καὶ ὄχι «Χολομῶντα» καὶ γιὰ νὰ μὴ χωριατίζῃ, τὸ ἔκανε ἄκλητον! «Ὅταν κατέβαινα ἀπὸ τὸ Χολομών, ὅταν ἀνέβαινα στὸ Χολομών», καὶ οἱ γέροι κυττάζοντας περισσότερο τὴ «γραβάτα» του καὶ θαυμάζοντας πῶς τὸ δένει καὶ τὸ λύνει τόσο εὔκολα τἂ «μαγκοῦρι», σχολίαζαν τὴν προσωπικότητά του, καὶ ἄλλοι μὲν ἔλεγαν ὅτι εἶναι μεγάλος ἄνθρωπος, καὶ ἄλλοι «κουζβός». Ὁ δὲ Γέρο Ἀργύρης ποὺ ἔκανε χρόνια «γκοτζάμπασης» συνεπλήρωνε: «μὴ κυττᾶτε τὸ μαγκοῦρι καὶ ἂν εἶναι «Χαζός», κυττάξτε ποὺ τρώει τὰ μισὰ κοκορέτσια τοῦ Χασαπογιάννη», «ἂς εἶναι καλά, τὰ γρόσια τῆς Ἐκκλησίας», ἔλεγε ὁ Γέρο δάσκαλος, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τὸν ἀριστερὸ χορὸ παρακολουθοῦσε τὸ ξάφρισμα τοῦ Παγκαρίου.</p><p align="justify" style="margin-top: 0; margin-bottom: 0">Ἦλθε μετ᾿ ὀλίγον καὶ ὁ δεύτερος πόλεμος, ὁ «Βουλγαρικός», καὶ μαζὶ μὲ τὸν ἄλλον ἀδελφό του τὸν Παραδείση πῆραν καὶ αὐτὸν στὰ «μεταγωγικὰ» δίνοντάς του τὸ μουλάρι μιᾶς χήρας γυναικός.</p><p align="justify" style="margin-top: 0; margin-bottom: 0">Ἀκολούθησε μέχρι τὰ «Στεφανινά», χωρίον τοῦ Λαγκαδᾶ, καὶ ἀπὸ κεῖ τὸν χάσανε, καὶ ὅταν ἔληξε ὁ πόλεμος, μάθανε ὅτι ἤτανε στὰς φυλακὰς τοῦ Γεντὶ Κουλὲ τῆς Θεσσαλονίκης, τὶς οἶδε γιὰ τὶ κλεφτοδουλειές!</p><p align="justify" style="margin-top: 0; margin-bottom: 0">Οἱ χωριανοί του τὸ σχολίαζαν, ἀλλὰ μαζὶ μὲ αὐτὸν δὲν ἄφηναν ἥσυχο καὶ τὸν Παπαγιάννη, ποὺ δὲν παραδεχόταν ὅτι ὁ ἀνηψιός του ὁ πολιτισμένος ἦταν «ἀπρόκοπος».</p><p align="justify" style="margin-top: 0; margin-bottom: 0">Ὁ Γέρο δάσκαλος ἠρκεῖτο καὶ πάλιν εἰς τὰ ρητά του. «Παλαιὸν κακὸν νέον καλὸν δὲν γίνεται», καὶ μίαν ἡμέραν ἐξ αἰτίας τοῦ ἀνηψιοῦ ἦλθε εἰς λόγια μὲ τὸν Ἐφημέριον.</p><p align="justify" style="margin-top: 0; margin-bottom: 0">Εἶχεν ἀκούσει ὁ Παπαγιάννης, ὅτι τὸν πῆρε μὲ κακὸ μάτι τὸν ἀνηψιό του ὁ Δάσκαλος, διότι τὸν ζήλευε τάχα γιὰ τὴν μόρφωσί του καὶ διότι τοῦ πῆρε καὶ τὴν θέσιν τοῦ δεξιοῦ ψάλτου στὴν Ἐκκλησία, καὶ δὲν εἶχε δίκαιο νὰ τὸν ὀνομάζῃ «παλαιὸν κακόν», διότι ὁ ἀνηψιός του ὁ Ἀλλοίθωρος εἶχε κάνει μικρὸς εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος, εἶχε μάθει μουσικὰ κοντὰ στὸν μεγαλύτερο ἀδελφό του ποὺ ἔμενε στοῦ «Δοχειαρίου», καὶ ἦταν «παλαιὸν καλόν», ὄχι «κακόν».</p><p align="justify" style="margin-top: 0; margin-bottom: 0">Τὸ βράδυ τῆς Τυρινῆς στὸν Ἑσπερινὸ μετὰ τὴν τυπικὴν συγχώρησιν εἰς τὸν νάρθηκα τῆς Ἐκκλησίας, ἠθέλησε νὰ ἐξηγηθῇ μὲ τὸν Παπαγιάννη, καὶ ἀφοῦ πλησίασε, τοῦ μίλησε μὲ σεβασμὸν ἀποκαλῶν αὐτὸν «Αἰδεσιμώτατον». Ὁ Ἐφημέριος εἴτε διότι εἶχε κάμει πολλὰς ἐπισκέψεις τὴν ἡμέραν στοὺς ἐνορῖτες του γιὰ τὸ «σχώριο» καὶ δὲν μποροῦσε ν᾿ ἀποφύγῃ τὰ σχετικὰ κεράσματα, εἴτε διότι δὲν πολυκαταλάβαινε τὶς «Ἑλληνικοῦρες» παρερμήνευσε τὴν προσφώνησιν καὶ τοῦ λέγει: «Αὐτὸς εἶναι γιὰ δέσιμο, ποὺ πῆγε στοῦ Μαρούλη τοῦ Καρβίνου κι᾿ ἔμαθε πέντε κουτσογράμματα καὶ βρίζει τὸν κόσμο, δὲν σέβεται κανένα».</p><p align="justify" style="margin-top: 0; margin-bottom: 0">Ὁ Γέρο δάσκαλος ἐννόησε τὸ ἀκατάλληλον τῆς ὥρας καὶ ζητήσας συγγνώμην ἀνεχώρησεν.</p><p align="justify" style="margin-top: 0; margin-bottom: 0">Ὁ Παπαγιάννης ὅμως ἀνεφέρθη καὶ στὴν Μητρόπολιν καὶ κατήγγειλε τὸν ὑπὸ ταύτης ἀκόμη συνταξιοδοτούμενον Διδάσκαλον, ὅτι εἶναι λουθηροκαλβῖνος, ὅτι στὰς Σέρρας ποὺ σπούδασε, τὸν ἔμαθε ὁ Μαρούλης τὴν θρησκείαν τῶν Φράγκων, καὶ ὅτι αὐτὸς ἔγινε αἰτία καὶ κατηργήθη τὸ «κτωῆχι καὶ τὸ ψαλτῆρι» ἀπ᾿ τὸ Σχολεῖο, καὶ ὅτι στὸν καιρό του δίδασκε στὰ παιδιὰ τὴν «ἀχρειολογίαν» τῶν Ἑλλήνων καὶ τὰ ἔδειχνε γυμνοὺς ἀνθρώπους, ποὺ εἶχαν κάτι τέτοια βιβλία.</p><p align="justify" style="margin-top: 0; margin-bottom: 0">Ἐν τῷ μεταξὺ μάθαν στὸ χωριό, ὅτι καὶ ὁ ἄλλος ἀδελφὸς τοῦ Ἀλλοίθωρου, ποὺ δὲν εἶχε γυρίσει ἀκόμα ἀπὸ τότε ποὺ τὸν πῆραν «στὰ μεταγωγικά», καθόταν καὶ αὐτὸς στὰ «ψηλὰ παραθύρια» τοῦ Γεντὶ Κουλέ, διότι ἐθεώρησε καλὸ νὰ γίνῃ «κλεφτοζωέμπορος». Γύριζε δῆθεν γιὰ δουλειὲς στὰ χωριὰ καὶ ἅρπαζε τὴν νύκτα ἕνα δύο ζῶα, τοὺς ἔκοβε τὴν χαίτη καὶ τὴν οὐρὰ καὶ τὰ παρουσίαζε σ᾿ ἄλλη περιφέρεια, ὡς δῆθεν ἀγορασμένα ἀπὸ τὸ Στρατό!</p><p align="justify" style="margin-top: 0; margin-bottom: 0">Κατὰ τὴν δίκην του στὸ Στρατοδικεῖο τῆς Θεσσαλονίκης ἠρνεῖτο τὴν ἐνοχήν του καὶ ἔλεγε, ὅτι ἄλλοι τοῦ τὰ ἔδωσαν νὰ τὰ πουλήσῃ μὲ ἀπειλή, ὅτι θὰ πήγαιναν στὸ χωριό του νὰ τοῦ κάψουν τὸ σπίτι, ἂν δὲν ὑπήκουε. Στὸ τέλος τῆς ἀγορεύσεώς του, ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος γυρίζοντας πρὸς αὐτὸν τοῦ εἶπε:</p><p align="justify" style="margin-top: 0; margin-bottom: 0">– «Ἄκουσε, Παραδείση, στὸ χωριό μου τὸ Καρπενῆσι οἱ συντεχνίτες σου τὰ μαῦρα ἀλογομούλαρα τὰ κάνουν ἄσπρα καὶ τὰ ἄσπρα μαῦρα, καὶ πάλιν δὲν μποροῦν νὰ ξεφύγουν ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴ Δικαιοσύνη καὶ σὺ νόμισες μὲ τὸ κόψιμο τοῦ «Τσαμπᾶ καὶ τῆς οὐρᾶς», ὅτι θὰ τὰ κατάφερνες; Σὲ λυπούμεθα ποὺ ἔχεις ἕνα σωρὸ παιδιά, καὶ ἴσως τὸ Δικαστήριο σοῦ τὸ συγχωρήσῃ, διότι εἶσαι καὶ σὺ καινούργιος Ἕλληνας, ἀλλὰ πρόσεξε νὰ μὴ τὸ ξανακάνῃς».</p><p align="justify" style="margin-top: 0; margin-bottom: 0">– «Δὲν θὰ τὸ ξανακάνω, Κύριε Ἐπίτροπε», εἶπε, συναρπασθεὶς ἀπὸ τὴν συγκατάβαση τοῦ Ἐπιτρόπου, καὶ ὠμολόγησε τὴν πρᾶξιν του. Τὸ Δικαστήριον τὸν ἐλυπήθη καὶ τὸν κατεδίκασε εἰς τόσην φυλάκισιν, ὅσος ἦταν ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεώς του.</p><p align="justify" style="margin-top: 0; margin-bottom: 0">Συγχρόνως μὲ αὐτὸν ἦλθε καὶ ὁ Στεριανὸς ἐκτίσας καὶ αὐτὸς 5μηνον φυλάκισιν, διότι εἶχε ρημάξει καὶ αὐτὸς τὰ Τουρκοχώρια τοῦ Λαγκαδᾶ παρουσιαζόμενος μὲ στρατιωτικὴν στολὴν ὑπὸ διαφόρους ἰδιότητας, καὶ μετὰ 10 ἡμέρες ἦλθε καὶ ὁ μεγαλύτερος Ἰγνάτιος ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος, τιμωρημένος καὶ αὐτὸς ἀπὸ τὴν Μονήν του, διότι Οἰκονόμος ὢν αὐτῆς καὶ μεταβαίνων στὴ Δάφνη γιὰ ψώνια, ἐπωφελούμενος τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν ἐκεῖ ἐμπόρων, τοὺς κατέκλεβε διάφορα εἴδη μικρὰ μὲν εἰς ὄγκον, ἀλλὰ μεγάλης ἀξίας, ἕως ὅτου μίαν ἡμέραν συνελήφθη ἐπ᾿ αὐτοφώρῳ ὁ .. θεσπέσιος Γέρων.</p><p align="justify" style="margin-top: 0; margin-bottom: 0">Συνέπεσε νὰ ἔλθῃ τότε καὶ ὁ Δεσπότης ἔχων μαζί του καὶ τὸν νεοδιορισθέντα Ἐπιθεωρητὴν τῶν Σχολείων, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνέφερε προληπτικῶς, ὅτι ἔχουν νὰ λύσουν καὶ κάποιαν μικροδιένεξιν τοῦ Ἐφημερίου μὲ ἕνα Συνταξιοῦχον Διδάσκαλον, καὶ τὸν ἐνημέρωσε ὅτι εἰς μὲν τὸν Γέροντα Διδάσκαλον ὀφείλεται ἡ ἐξαιρετικὴ ἐπίδοσις τοῦ ὀρεινοῦ αὐτοῦ χωρίου εἰς τὰ γράμματα, καὶ ὅτι πλέον τῶν 15 μαθητῶν του εἶναι Διδάσκαλοι ἀνὰ τὴν Μακεδονίαν, ὁ δὲ Ἐφημέριος, ἐξ ἐναντίας ἀγράμματος αὐτός, δυσφημεῖ τοὺς ἐγγραμμάτους καὶ ὑποστηρίζει τοὺς κακοποιούς.</p><p align="justify" style="margin-top: 0; margin-bottom: 0">Ὅταν ἔφθασαν εἰς τὸ χωρίον, ὁ Δεσπότης μετὰ τὰς τυπικὰς ὑποδοχὰς ἀντὶ νὰ ὑπάγῃ εἰς τοῦ Παπᾶ τὸ σπίτι, προφασιζόμενος ὅτι εἶχε καὶ τὸν κ. Ἐπιθεωρητήν, «κόνεψε» στοῦ κ. Προέδρου.</p><p align="justify" style="margin-top: 0; margin-bottom: 0">Ἐκεῖ ἐκ τῶν πρώτων ἐπῆγε καὶ ὁ Παπαγιάννης, ἔχων μαζί του καὶ τὸν ἀνηψιό του Στεριανόν, γραβατοφοροῦντα καὶ ἀλύγιστον, ὡς «γύφτικο σκεπάρνι», καὶ τὸν ὁποῖον ἐσύστησε ὡς πολιτισμένον, ἐγγράμματον, μουσικὸν καὶ ξακουσμένον σ᾿ ὅλην τὴν περιφέρεια τοῦ «Χολωμών», καὶ τὸν ὁποῖον ὁ Δάσκαλος ὁ Ἀποστολίδης κατηγόρει καὶ τὸν ὀνομάζει, ὅπως καὶ τοὺς ἄλλους ἀδελφούς του, «παλαιὰ κακά» κ.λ.π.</p><p align="justify" style="margin-top: 0; margin-bottom: 0">– «Καθῆστε, τοῦ εἶπεν ὁ Δεσπότης, καθῆστε Αἰδεσιμώτατε».</p><p align="justify" style="margin-top: 0; margin-bottom: 0">– «Ναί, Δεσπότη μου, ἔτσι μοῦ ἔλεγε ὁ ἀσεβέστατος καὶ θὰ τὸ εἰπῶ μπροστά του».</p><p align="justify" style="margin-top: 0; margin-bottom: 0">– «Ναί, ναί, πρέπει νὰ τὰ εἰπῇς», τοῦ εἶπεν ὁ Ἀρχιερεὺς χαμογελῶν πρὸς τὸν παριστάμενον Ἐπιθεωρητὴν καὶ διέταξε νὰ φωνάξουν τὸν Συνταξιοῦχον Διδάσκαλον, ὁ ὁποῖος ἐλθὼν καὶ φιλήσας τὴν δεξιὰν τοῦ Δεσπότη ἐνηγκαλίσθη δακρύων καὶ τὸν Ἐπιθεωρητὴν καὶ τὸν κατεφίλει, καθήσας ἔπειτα εἰς σκαμνίον τῇ ὑποδείξει τοῦ κ. Προέδρου.</p><p align="justify" style="margin-top: 0; margin-bottom: 0">– «Εἶχα ἀφήσει, Δεσπότη μου, εἶπεν, ἐντολὴ στὰ παιδιά μου νἄλθουν μετὰ τὸν θάνατόν μου, ὅταν θὰ γίνῃ τὸ «Ρωμέϊκο» νὰ μὲ φωνάξουν τρεῖς φορές: «Πατέρα, ἦλθε τὸ Ἑλληνικὸ, Πατέρα, ἦλθε στὸ χωριό μας Ἕλληνας «Μεκτὲπ μεμούρης» (ἐπιθεωρητής), Πατέρα, εἴμαστε ἐλεύθεροι». Τώρα μὲ ἀξίωσε ὁ Θεὸς δι᾿ εὐχῶν σου νὰ τὰ ἰδῶ μὲ τὰ μάτια μου, δοξασμένο τ᾿ ὄνομά του», καὶ ἔκανε τὸν Σταυρό του.</p><p align="justify" style="margin-top: 0; margin-bottom: 0">– «Ὅλα καλὰ καὶ ἅγια, Διδάσκαλε τοῦ εἶπε φιλοφρόνως ὁ Ἀρχιερεὺς καὶ ἡ χαρά μας δὲν περιγράφεται, ἀλλὰ τώρα πρέπει νὰ δείξωμε κι᾿ ἐμεῖς, ὅτι εἴμεθα εὐσεβεῖς χριστιανοὶ καὶ καλοὶ Ἕλληνες. Ὁ Παπαγιάννης ἀπ᾿ ἐδῶ σὲ κατηγορεῖ, ὅτι δὲν τὸν σέβεσαι, τὸν εἶπες «αἰδεσιμώτατο», καὶ ὅτι ὅταν δίδασκες τὰ παιδιὰ στὸ Σχολεῖο, τὰ ἔλεγες καὶ γιὰ τὴν «Ἑλληνικὴν Ἀχρειολογίαν», καὶ μάλιστα τοὺς ἔδειχνες ἕνα βιβλίο «Ἀχρειολογικόν», ποὺ εἶχε μέσα γυμνοὺς ἀνθρώπους «ξεζάρκωτους», ὅπως λέγει καὶ ὅπως τὰ ἤκουσε καὶ τὰ εἶδε ὁ κύριος Ἀλλοίθωρος ὁ ἀνηψιός του, ὅταν ἦτο μαθητής σου, καὶ τὸν ὁποῖον σὺ ὀνομάζεις καὶ αὐτὸν καὶ τοὺς ἀδελφούς του «παλαιὸν κακόν». Ἀλλὰ τώρα θ᾿ ἀφήσωμεν τὸ ζήτημα τῆς «ἀχρειολογίας», διότι πρέπει νὰ ἐρωτήσωμεν καὶ ἄλλους καὶ ἔπειτα θ᾿ ἀπολογηθῇς, ὅπως καὶ γιὰ τὸ «χτωῆχι καὶ τὸ ψαλτῆρι», καὶ διότι τόλμησες νὰ εἰπῇς τὸν Παπούλη αἰδεσιμώτατον. Αὐτὲς εἶναι σοβαρὲς καταγγελίες καὶ θὰ τὶς ἐξετάσωμεν ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὸν κύριον Ἐπιθεωρητήν. Τώρα θὰ μᾶς εἰπῇς μόνον, γιατὶ δυσφημεῖς τοὺς ἀνηψιούς του, καὶ πρὸ παντὸς τὸν κ. Στεριανό, ὅπου εἶναι ἄνθρωπος πολιτισμένος, ἐγγράμματος καὶ ξακουστὸς σ᾿ ὅλην τὴν περιφέρεια τοῦ Χολομών».</p><p align="justify" style="margin-top: 0; margin-bottom: 0">Ὁ Διδάσκαλος ἐννοήσας τὸ πνεῦμα τοῦ Ἀρχιερέως ἀπ᾿ ἀρχῆς, ἐτήρησε τὴν ψυχραιμία του.</p><p align="justify" style="margin-top: 0; margin-bottom: 0">– «Μάλιστα, Σεβασμιώτατε, ν᾿ ἀπολογηθῶ ἐνώπιόν σας, ἀλλὰ καὶ ἐνώπιον ὅλων τῶν κατηγόρων μου ἤδη, τοὺς ὁποίους ἐγὼ εἰδικῶς κατηγόρησα. Παρακαλῶ νὰ ἔλθουν ἐδῶ καὶ οἱ ἄλλοι ἀδελφοὶ Ἀλλοίθωροι, διότι εἶναι πρόσωπα ἀξιοσέβαστα, ὅπως καὶ ὁ σεβαστὸς θεῖος των».</p><p align="justify" style="margin-top: 0; margin-bottom: 0">Κατὰ διαταγὴν τοῦ Δεσπότη ἦλθον καὶ οἱ ἄλλοι δύο, ὁπότε ἐκλήθη ν᾿ ἀπολογηθῇ ὁ κατηγορούμενος.</p><p align="justify" style="margin-top: 0; margin-bottom: 0">– «Εἶπα, Δέσποτά μου, δὲν τὸ ἀρνοῦμαι, ὅτι εἶναι καὶ οἱ τρεῖς «παλαιὸν κακόν», διότι ὡς μαθηταὶ μοῦ ψῆσαν τὸ ψάρι στὰ χείλη ἐμένα, καὶ τὸ καλοκαίρι στὶς διακοπὲς ζοῦσαν καὶ οἱ τρεῖς των μὲ ψημένα καλαμπόκια τοῦ κοσμάκη καὶ φροῦτα καὶ πατάτες, ποὺ κατέκλεπτον. Οἱ δύο εὐϋπόληπτοι καὶ ἀγαπητοὶ ἀνηψιοὶ τοῦ Παπᾶ μας μόλις πῆραν τὸ ἐξιτήριον ἀπὸ τὰς φυλακάς, ὁ δὲ τρίτος ὁ ρασοφόρος, διὰ τὸν ὁποῖον εἶχα ἐλπίδας, ὅτι θὰ ἤλλαζεν ἐκεῖ εἰς τὸν Ἅγιον Τόπον τοῦ Ὄρους, μανθάνω μετὰ λύπης, ὅτι δὲν ἐξέχασε τὰ παληά, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἔλεγα, ὅτι φύσιν πονηρὰν μεταβαλεῖν οὐ ράδιον, καὶ δὲν ξέρω ἂν καὶ γι᾿ αὐτὸ μὲ καταγγέλλει ὁ Αἰδεσιμώτατος.</p><p align="justify" style="margin-top: 0; margin-bottom: 0">Ἀλλά, Σεβασμιώτατε, δὲν πταίουν αὐτοὶ ἐξ ὁλοκλήρου, κατὰ τὸν Πλούταρχον οἱ ἄνθρωποι κληρονομοῦν τὰ ἔνστικτα ἐκ πατρός, ἐκ μητρὸς καὶ ἐκ προγόνων, τὸ δὲ Ἅγιον Εὐαγγέλιόν μας λέγει: «μὴ συλλέγουσι ἐξ ἀκανθῶν σταφυλὰς ἢ ἐκ τριβόλων σύκα;». Ἴσως αὐτοὶ θὰ σᾶς πληροφορήσουν κατὰ τὸ ἕν τρίτον, τὰ ἄλλα θὰ τὰ μάθετε ἐκ τοῦ σεβαστοῦ των Θείου Παπαγιάννη, Τοὐπίκλην Κλεφταρᾶ, καὶ τῆς Μάμμης των τὸ γένος Ληστῆ, καὶ θὰ πληροφορηθῆτε ἐν ὀλίγοις, ὅτι εἶναι «ληστογέννητοι», ἤγουν «Κλεφτοσόϊ!»...</p>​
 
Last edited:
#31

<p align="justify" style="margin-top: 0; margin-bottom: 0">Ἀπάνου στὰ κεραμίδια τῆς ἐκκλησιᾶς ἀνεμίζουνται κάτι ψιλὰ χορτάρια. Ἀπὸ μέσα ὅμως ἀπὸ τὸν κουμπὲ εἶναι ὁ Παντοκράτορας, σὰν νὰ σκύβει ἀπὸ τὸν οὐρανὸ «ἐπιβλέπων ἐπὶ πάντας τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων». Ἡ κεφαλή Του εἶναι μεγαλόπρεπη μὲ πυκνὰ καὶ ἄφθονα μαλλιά, ὁποὺ πέφτουνε στὸν ἀριστερὸν ὦμο Του. Τὸ γένι Του εἶναι πυκνό. Ἡ ἔκφρασή Του εἶναι ἁπλή, μὲ ταπείνωση καὶ μὲ πρᾳότητα· ἔχει ὡστόσο ἕνα θεϊκὸ μεγαλεῖο. Πλατύλαιμος, μ᾿ ἀνοιχτὸ πουκάμισο, μὲ φαρδειὲς πλάτες καὶ μὲ τὰ χέρια ἀνασηκωμένα, ὅπως πάγει ὁ γῦρος. Εἶναι περιτυλιγμένος μέσα σ᾿ ἕναν φαρδὺν μανδύα, σὰ νὰ ἀγκαλιάζει ὅλον τὸν κόσμο. «Ἄβυσσος ὡς ἱμάτιον τὸ περιβόλαιον Αὐτοῦ!» Μὲ τὸ δεξὶ χέρι Του βλογᾶ τὸν κόσμο, καὶ μὲ τ᾿ ἀριστερό Του κρατᾶ τὸ Βαγγέλιο, τὸν Νόμο τοῦ Θεοῦ.</p><p align="justify" style="margin-top: 0; margin-bottom: 0">Ἡσυχία βασιλεύει ὅλη τὴν ἡμέρα μέσα στὸν τροῦλλο, ἀκόμα καὶ τότες ποὺ βουΐζουνε ὄξω ἡ θάλασσα καὶ τὰ δέντρα ἀπὸ τὸν ἄνεμο. Διάφορα μαμούδια πετάμενα, χρυσόμυιγες, μελίσσια, φτερουγίζουνε ἐκεῖ ἀπάνου καὶ βουΐζουνε ὁλόγυρα στοὺς Προφῆτες, ὕστερ᾿ ἀνεβαίνουνε κλωθογυρίζοντας στὸ μεγάλο Παντοκράτορα· μάλιστα μιὰ σφήγκα ἔχει κολλημένη τὴ χωματένια φωλιά της σὲ μιὰ ζαρωματιὰ ποὺ σκεδιάζει τὸ πουκάμισό Του. Ὁ Χριστὸς ὅλα τὰ δέχεται μὲ καλωσύνη.</p><p align="justify" style="margin-top: 0; margin-bottom: 0">Πρὸς τὸ βράδι, ἕνα χρυσαφένιο γλυκὸ φῶς μπαίνει μέσα στὸν ἁγιασμένον πύργο, σὰ νὰ τὸν γεμίζει μὲ θυμίαμα. Τούτην τὴν ἱερὴ ὥρα ποὺ βασιλεύει ὁ ἥλιος, βουΐζει ὁ τελευταῖος φτερωτὸς προσκυνητής, ἕνας ἀθῶος καντηλοσβήστης. Σιμώνει μὲ εὐλάβεια στὸ θεϊκὸ πρόσωπο, προσκυνᾶ τὸ μέτωπο, μιὰ χαϊδεύει τὸ μουστάκι, μιὰ τὰ ἅγια τὰ μαλλιά, ὕστερ᾿ ἀνεσπάζεται τὸ χέρι Του, φτερουγίζει στὸ Βαγγέλιο σὰ νὰ μετρᾶ τὰ μαργαριτάρια ποὺ τὸ πλουμίζουνε, παίρνει βόλτα στοὺς ὤμους τοῦ Θεοῦ, ψάχνει μέσα στὶς δίπλες ποὺ κάνει τὸ φόρεμά Του. Παίρνει βόλτα πολλὲς φορὲς τὸν κουμπέ, ὀσμίζοντας τὸ λιβάνι καὶ τὸ κερὶ ποὺ μοσκοβολᾶ ἀπὸ αἰῶνες κολλημένο ἀπάνου στὸν καπνισμένον θόλο. Ὥρα πολλὴ ἀκούγεται τὸ ἴσο ποὺ βαστᾶ κεῖνο τὸ ἀθῶο μαμούδι, ὁ λεγόμενος χαμπαρολόγος, σὰ νὰ μὴ θέλει νὰ χωριστεῖ ἀπὸ τὸν Χριστὸ γιὰ νὰ πετάξει στὰ βουνά, σὰ νὰ λέγει μὲ τὸ βουρβούρισμά του: «Ὡς ἀγαπητὰ τὰ σκηνώματά Σου, Κύριε τῶν δυνάμεων!» Τ᾿ ἅγιο κεῖνο φτερωτό, σὰ νά ᾿ναι κανένα μικρὸ Σεραφείμ, ἀγάλλεται μέσα στὴν ἀνοιχτὴ ἀγκαλιὰ τοῦ Παλαιοῦ τῶν Ἡμερῶν, τοῦ Τρισαγίου. Κ᾿ Ἐκεῖνος βλέπει ἀπὸ πάνου μὲ πρᾳότητα. Τὸ χέρι Του δὲν κουράζεται ν᾿ ἁπλώνει σὲ σχῆμα εὐλογίας, δὲ σαλεύει γιὰ νὰ διώξει τ᾿ ἀθῶο τὸ πεταλούδι ποὺ βουΐζει στ᾿ αὐτιά Του, μπαίνει στὰ μάτια Του, χαϊδεύει τὸ λαιμό Του. Κεῖνο πάλε ξέρει πὼς εἶναι ὁ πατέρας του καὶ δὲ φοβᾶται τὴν αὐστηρὴ ματιά Του, κι ὁλοένα μουρμουρίζει, ὣς ποὺ μονομιᾶς κόβεται τὸ βούϊσμα, γιατὶ βγῆκε ἀπὸ τὸ στενὸ θυρίδι κ᾿ ἔφυγε στὸν ἀγέρα.</p><p align="justify" style="margin-top: 0; margin-bottom: 0">Ἀπὸ κάτου κείνη τὴν ὥρα λέγει ὁ καλόγερας μὲ φωνὴ ἥσυχη τὸ «Φῶς ἱλαρόν», ἐνῶ ὁ ἥλιος βασιλεύει καὶ τελειώνει ἡ μέρα. «Φῶς ἱλαρὸν ἁγίας δόξης ἀθανάτου Πατρός, οὐρανίου, ἁγίου, μάκαρος, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλθόντες ἐπὶ τὴν ἡλίου δύσιν, ἰδόντες φῶς ἑσπερινόν, ὑμνοῦμεν Πατέρα, Υἱὸν καὶ Ἅγιον Πνεῦμα, Θεόν. Ἄξιόν Σε ἐν πᾶσι καιροῖς ὑμνεῖσθαι φωναῖς αἰσίαις, Υἱὲ Θεοῦ, ζωὴν ὁ διδούς, διὸ ὁ κόσμος Σὲ δοξάζει».</p><p align="justify" style="margin-top: 0; margin-bottom: 0">Δάκρυα ἔρχουνται στὰ μάτια τ᾿ ἀνθρώπου ἀκούγοντας αὐτὰ τ᾿ ἀρχαῖα λόγια, ὁπού ᾿ναι ἁπλὰ κ᾿ αἰώνια σὰν τὸ βασίλεμα τοῦ ἥλιου. Τὸ βιβλίο, πού ᾿ναι ἀκουμπισμένο ἀπάνου στ᾿ ἀναλόγι, γράφει πὼς εἶναι ποίημα Ἀθηνογένους τοῦ Μάρτυρος. Παμπάλαιος ὕμνος, ποὺ τὸν λένε κάθε βράδι σὰν τελειώνει ἡ μέρα, ἀπὸ δυὸ χιλιάδες χρόνια ἴσαμε τὰ σήμερα, ἁπλοὶ ἀνθρῶποι ποὺ βαστᾶνε ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες, σὰν καὶ τοῦτον τὸν Ἁγιονορίτη καλόγερα, πού ᾿ναι καὶ στὸ πρόσωπο σὰν τοὺς παλαιούς.</p>
<sub>**</sub>
<sup>*</sup>​
<p align="justify" style="margin-top: 0; margin-bottom: 0">Ἀκατάλυτη ἑλληνικὴ φύτρα! Ποτὲς δὲ θὰ ξεραθεῖς, ποτὲς δὲ θὰ πεθάνεις! Ἀπὸ τὸ γέρικο καὶ τιμιώτατο κορμί σου πετιοῦνται ὁλοένα καινούργια βλαστάρια, ποὺ γεύοντάς τα καὶ τ᾿ ἀγρίμια ἡμερεύουνε! Σὲ κάθε καινούργια γέννα σου χαίρεται ὁ κόσμος, μὰ οἱ ὀχτροί σου τὰ κράζουνε στερνοπαίδια, ὣς ποὺ δὲν ἀργεῖς νὰ φέρεις ἄλλον δράκο στὸν κόσμο, κι ἀποσβολώνονται!</p><p align="justify" style="margin-top: 0; margin-bottom: 0">Ἂς παρατήσουνε πιὰ τοὺς παλαιοὺς Ἕλληνες, κι ἂς ἀκούσουνε τὸν καινούργιο Πίνδαρο, ποὺ κράζει ἀπὸ τὴν Κύπρο:</p>
<p align="justify" style="margin-top: 0; margin-bottom: 0">Ἡ Ρωμιοσύνη εἶν᾿ φυλὴ συνόκαιρη τοῦ κόσμου.</p><p align="justify" style="margin-top: 0; margin-bottom: 0">Κανένας δὲν εὑρέθηκε γιὰ νὰ τὴν ἐξαλείψει,</p><p align="justify" style="margin-top: 0; margin-bottom: 0">κανένας, γιατὶ σκέπει την ᾿πὸ τἅψη ὁ Θεός μου.</p><p align="justify" style="margin-top: 0; margin-bottom: 0">Ἡ Ρωμιοσύνη θὰ χαθεῖ ὅντας ὁ κόσμος λείψει.</p>​
8/8/1954
 

Attachments

Last edited:
#32
Πέμπτη του Πάσχα κι ο πάπα - Λευτέρης πρωί-πρωί φόρτωνε το ζώο του κι ετοιμαζόταν να κατεβεί στην Τραπεζούντα.

Την ίδια ώρα ακούστηκαν οι πρώτοι χτύποι της καμπάνας. Ο συνεφημέριός του ο πάπα - Γαβριήλ φαίνεται πως είχε αϋπνίες. Χθες ήταν η σειρά του να λειτουργήσει.


Μετά πήρε τα βουνά και τα λαγκάδια να μαζέψει ξύλα. Καί σήμερα νάτον ξημερώματα, έτοιμος να κάνει τον πραματευτή. Κανονικά όφειλε να πάει στην εκκλησιά. Τέτοια μέρα, ακόμη Πασχαλιά, που ξανακούστηκε να λείπει απ’ τη Λειτουργία! Ας όψονται, όμως, τα τόσα στόματα που περιμένουν στο σπίτι. Κάποιος έπρεπε να νοιαστεί για το καθημερινό τους…Οκτώ του έδωσε ο Θεός κι άλλα τρία ο Αναστάσης ο κουμπάρος του: Τη γυναίκα του, την πεθερά του, την «κυρά - ντουλάπα», και τον κουνιάδο του, που δεν φτουρά σε δουλειά…

Έκανε το σταυρό του και ξεκίνησε...
Είχε μπροστά του πολύ δρόμο. Υπολόγιζε πριν το μεσημέρι να φτάσει στην πόλη κι αν όλα παν καλά, αργά το βράδυ να είναι πάλι πίσω. «Βαστάτε ποδαράκιά μου» αναστέναξε καθώς αναλογίστηκε το δρόμο που 'χε να κάνει. Κατά πως το είχε συνήθειο άρχισε το ψάλσιμο, να σπάει κι η μονοτονία. Να κάνει όμως και το κέφι του. Μέσα στην ερημιά ποιός τον ακούει; Μόνο ο Θεός. Αποφεύγει και τα κοροιδευτικά χαμόγελα του πάπα - Γαβριήλ ή τις ειρωνίες του Ιορδάνη, του ψάλτη: «Εξαιρετικά τα λες παπά. Σαν μανάβης!» Το ξέρει. Η φωνή του ακούγεται άσχημα. Μα ότι λέει, το ψέλνει με την καρδιά του κι αυτό θέλει ο Θεός. Όπως τότε που ήταν μικρός. Καί φλεγότανε απ’ το μεράκι των ύμνων…

Ακόμη κι ο δεσπότης τη μοναδική φορά που λειτούργησε μαζί του του είπε: «Σούς μπρε. Δεν το λέγεις καλά». Ήταν ένα όριο που του έβαλε ο Θεός και δεν μπορούσε να το ξεπεράσει. Τι κι αν πάλαιψε; Τι κι αν προσευχήθηκε; Τι κι αν έκλαψε; Το μόνο που κατόρθωσε είναι, όσα λέει, να τα λέει μέσα απ’ την καρδιά του. Κι αυτό είναι που θέλει ο Θεός. Την καρδιά, όχι το λαρύγγι! Η παρηγοριά του για τη σιωπή που έχει επιβάλλει στον εαυτό του. Σιωπή για να μην ενοχλεί, όπως ενοχλούσε τότες που μικρός στεκόταν παράμερα στο ψαλτήρι. Όπως ενοχλούσε αργότερα τους φίλους του που προχώρησαν στην ψαλτική κι ας πίστευε πως θα τον θέλουν κοντά τους. Όπως ενοχλούσε το φίλο του τον Αποστόλη, που έγινε δεξιός ψάλτης στο διπλανό χωριό. Σταμάτησε, έτσι, να ψέλνει μπροστά στον κόσμο και προτιμούσε τις ερημιές. Με τα τροπάρια μετρούσε τις αποστάσεις. Ξεκίναγε με τον όρθρο, έλεγε και λίγα απ’ τον εσπερινό κι αν είχε κι άλλο δρόμο πρόσθετε και μερικά σκόρπια τροπάρια. Αυτό θα έκανε και τώρα, μέρες της Πασχαλιάς. «Μπρός, λοιπόν, παπά δώσε του να καταλάβει» μονολόγησε. Έκανε το σταυρό του κι άρχισε: «Αναστάσεως ημέρα λαμπρυνθώμεν λαοί…».

Αφού έψαλε όλον τον κανόνα, προχώρησε και στους αίνους κι εκεί κατά το δοξαστικό έμπαινε πιά στα πρώτα σπίτια της Τραπεζούντας. Με το ψάλσιμο κάπου είχε αφαιρεθεί. Όταν κατάλαβε πως ήταν στον τουρκομαχαλά σκέφτηκε να γυρίσει πίσω. Στάθηκε λίγο να προσανατολιστεί κι ύστερα πήρε ένα σοκάκι εκεί στ΄ αριστερά. Περίμενε να τον βγάλει έξω από το Κάστρο, μ΄ αυτό φιδογύριζε ανάμεσα στα τουρκόσπιτα. Σε κάποια στροφή φάνηκε ένας καφενές κι απόξω δύο τρεις τούρκοι αραχτοί, απολάμβαναν το ναργιλέ τους. Καθώς περνούσε μπροστά του ο ένας του φώναξε:

«Πόσο τα ξύλα παπά;»
«Πέντε γρόσια εφέντη μ’».
«Πολλά δεν είναι βρε καραμπάς (μαυροκέφαλε;)»
«Όχι εφέντη μ’, όχι. Έρχουμαι από μακριά», ο πάπα - Λευτέρης ήξερε ν’ αντιστέκεται στα παζάρια των τούρκων. «Κι υστέρα τι παίρνεις με πέντε γρόσια;»
«Άντε να σού δώσω τρία να τα φέρεις και στο σπίτι».
«Να χαρείς τα νειάτα σου εφέντη μ’. Κάμε τα τουλάχιστο τέσσερα. Είμαι φτωχός κι έχω τόσα στόματα να θρέψω».
«Καλά. Ας είναι. Θα σού δώσω τέσσερα». Σηκώθηκε απ’ το σκαμνί του, τεντώθηκε και πλησίασε τον παπά. Χαίδεψε λίγο το ζώο και μετά στράφηκε άγριος στο παπά.
«Δεν λυπάσαι το ζώο βρε Γκιαούρ; Πως το φόρτωσες το καημένο; Κοντεύει να ψοφήσει! Δεν φοβάσαι το Θεό βρε καραμπάς;»
«Αντέχει εφέντη μ’» τόλμησε ν’ απαντήσει ο πάπα - Λευτέρης.
«Σούς μπρε» έβαλε τις φωνές ο τούρκος και σήκωσε το χέρι του απειλητικά. «Πάμε σπίτι να το ταίσεις λίγο και να το ποτίσεις. Γκιαούρ. Διαβόλου γενιά!»

Γιόμισε ο μαχαλάς απ’ τις φωνές του. Ο παπάς, τον ακολούθησε φοβισμένος. «Τρελός θάναι» σκέφτηκε κι από μέσα του έλεγε όσες ευχές του ερχόντουσαν στο μυαλό. Μπροστά στην αυλόπορτα του σπιτιού φώναξε ένα όνομα. Ύστερα και με μία κλωτσιά την άνοιξε διάπλατα.

«Μπες μέσα μπρε γκιαούρ. Δεν φοβάσαι το Θεό είσαι και παπάς».
Με τον ίδιο τρόπο έκλεισε την πόρτα κι αμέσως δύο νεαροί ξεφόρτωσαν το ζώο. Ο τούρκος, με φωνές, τράβηξε σχεδόν τον παπά Λευτέρη μέσα στο σπίτι, που απ’ το φόβο του έχασε κάθε δύναμη ν’ αντισταθεί. Μόνο έτσι σαν αστραπή του πέρασε η σκέψη: «Είδες τι έπαθες για να μην πας στη Λειτουργία;»

Μέχρι την πόρτα του σπιτιού χαλούσε τον κόσμο με τις φωνές του. Μόλις πέρασαν το κατώφλι την έκλεισε με τόση δύναμη λες κι ήθελε να την γκρεμίσει. Καί τότε έγινε η μεταμόρφωση. Ο άγριος τούρκος, αυτός που χωρίς αιτία ήταν έτοιμος να κακοπαιδέψει το φτωχό παπά, έπεσε στα γόνατα και φίλησε το χέρι του με σεβασμό. Η φωνή του μόλις ακουγόταν.

«Σχώραμε παπούλη μου, σχώραμε» του είπε ελληνικά. «Δεν είχα κακό σκοπό. Γι΄ αυτά τα σκυλιά φώναζα, που μας έβλεπαν. Μην καταλάβουν τίποτα και χαθούμε. Χριστιανοί είμαστε κι εμείς κι ας φαινόμαστε τούρκοι».

Κατάλαβε. Είχε μπροστά του έναν απ’ αυτούς που οι ρωμιοί ονόμαζαν κλωστούς. Έναν απ’ αυτούς που αντιστάθηκαν τόσα χρόνια στην υποδούλωση της ψυχής. Στη φαντασία του ο ηρωισμός κι η πίστη τους έπαιρναν μυθικές διαστάσεις. Πάνε μερικά χρόνια που άκουσε γι΄ αυτούς. Τότε θυμάται θέλησε να τους συναντήσει, να έρθει σ’ επαφή μαζί τους. Τον συγκράτησαν οι πιο φρόνιμοι. Θάρθει η στιγμή του είπαν, καλύτερα να μη βιάζεσαι. Πέρασαν τα χρόνια κι η στιγμή δεν ήρθε. Στην αρχή μάθαινε πως κάποιος παπάς βρέθηκε στη δίνη της ιστορίας τους, μα κι αυτό σταμάτησε με τα χρόνια. Έτσι, κάπου μέσα του, άρχισε να μην πολυπιστεύει στην ύπαρξή τους. Άρχισε να αμφιβάλλει για πολλά, ή να τα δέχεται σαν μία χαριτωμένη υπερβολή. Καί να τώρα που είχε μπροστά του ένα δικό τους. Τον επίασε από τα χέρια και τον σήκωσε. Εκείνη τη στιγμή φάνηκαν δύο γυναίκες, η μία νέα η άλλη ηλικιωμένη, και τον περιτριγύρισαν ένα τσούρμο παιδιά!

«Η φαμιλιά μου παπούλη μου» του είπε ο κρυφός χριστιανός.

Σε λίγο καθισμένοι στο σαλόνι αντάλασσαν τις ιστορίες τους. Αισθάνονταν γνωστοί από χρόνια. Ήταν κι αυτοί όπως όλοι οι δικοί τους. Χρόνια τώρα, από πατέρα σε παιδί, κράταγαν μυστική την πίστη τους και συνέχιζαν φανερά να κάνουν τη ζωή του μουσουλμάνου. Πρώτα κοντά τους έμενε ένας χότζας που ήταν κρυφός παπάς. Αυτός τους βάφτισε, αυτός τους πάντρεψε, αυτός κήδευε τους πατεράδες τους. Όλα στα κρυφά. Νύχτα πάνω στη νύχτα. Τη μέρα τους πάντρευε τούρκικα. Τη νύχτα χριστιανικά. Γεννιόταν ένα παιδί; Τη μέρα έκανε σουνέτι. Τη νύχτα βαφτίσια. Στο θάνατο ο πρώτος που έμπαινε στο σπίτι ήταν αυτός. Μόνος με την οικογένεια του νεκρού διάβαζε τρισάγιο. Τη νύχτα έκανε την κηδεία και το πρωί όλα τα έθιμα των μουσουλμάνων. Διπλή ζωή, διπλό ξόδι. Από τότε όμως που πέθανε, έμειναν ορφανοί. Αλειτούργητοι. Αβάφτιστοι. Δύο χρόνια έχουν να κάνουν Ανάσταση. Τη νύχτα το Μεγάλο Σάββατο άκουσαν τις καμπάνες απ’ το χριστιανικό μαχαλά. Άναψαν κερί και έψαλαν σιγανά τρεις φορές το «Χριστός Ανέστη».

«Να κάνουμε τώρα την Ανάσταση», η ιδέα άστραψε στο μυαλό του πάπα - Λευτέρη. «Τι πειράζει; Πασχαλιά είναι ακόμη. Ετοιμαστείτε κι εδώ είμ΄ εγώ».

Απ’ τη στιγμή εκείνη ένας ολάκερος μηχανισμός μπήκε σε λειτουργία. Μέχρι το βράδυ βρέθηκαν άμφια, σκεύη, πρόσφορα ενώ ένα νιό παληκάρι, με γρήγορο άλογο, έτρεξε στο χωριό να καθησυχάσει την παπαδιά, που δεν θα γύριζε ο παπάς εκείνο το βράδυ.

Γύρω στα μεσάνυχτα γιόμισε το σπίτι από κρυφοχριστιανούς. Άντρες, γυναίκες, παιδιά πέρασαν το κατώγι μ’ αγιοκέρια που είχαν μόνοι τους ετοιμάσει. Στην ανατολική πλευρά μία κασέλα είχε γίνει Αγία Τράπεζα. Ο πάπα - Λευτέρης άρχισε το ψάλσιμο μ΄ ένα γέροντα.

«Κύματι θαλάσσης τον κρύψαντα πάλαι διώκτην τύραννον».

Τούτους ΄δω δεν ενοχλούσε η φωνή του. Γι’ αυτό δεν άκουσε εκείνο το «σούς μπρε», που του μαύριζε την ψυχή. Τούς έφτανε που άκουγαν τα λόγια. Κι αν έκρινε από τα βλέμματα, ίσως και να φχαριστιόντουσαν απ’ το ψάλσιμό του. Στο τέλος άναψε το κερί του απ’ το καντήλι που τρεμόπαιζε και κάλεσε τους μυστικούς χριστιανούς του:

«Δεύτε λάβετε φως εκ του ανεσπέρου φωτός και δοξάσατε Χριστόν τον αναστάντα εκ νεκρών».

Μετά, εκεί στη μέση, έψαλε «την Ανάστασίν σου Χριστέ Σωτήρ», διάβασε το Ευαγγέλιο κι ενώ η πόλη ησύχαζε, ψάλανε όλοι μαζί το «Χριστός Ανέστη». Γύρω του τα δακρυσμένα μάτια του σκλάβωναν την καρδιά. Ήταν μία απ’ τις στιγμές που θα τον συνόδευαν σ’ όλη του τη ζωή.

Ήταν έτοιμη να ξεπροβάλει η νέα μέρα, όταν ξεκίναγε να γυρίσει στο χωριό. Πίσω του άφηνε το σπίτι, που έγινε η κολυμπήθρα για ν’ αναβαπτιστεί στην πίστη του κι ένα κομμάτι της καρδιάς του. Θαρχόταν να το συναντήσει πάλι σε λίγες μέρες. Τον περίμεναν οι νέοι του χριστιανοί. Μαζί τους και τα μικρά παιδιά, που είχαν μείνει αβάπτιστα.

Τώρα ήξερε. Κάθε φορά που ξεκίναγε με ξύλα για την Τραπεζούντα θα έφερνε κι ένα φόρτωμα στον τουρκομαχαλά. Κάθε φορά και σε διαφορετικό σπίτι. Τη νύχτα το σπίτι αυτό θα γινόταν η εκκλησιά κι εκεί θα συνάζονταν οι κλωστοί. Απ΄ τα πιο απίθανα μέρη ξεφύτρωναν οι μαύρες σκιές που αδιαφορούσαν για την προχωρημένη ώρα. Τις πιο πολλές φορές ερχόταν στο σπίτι του πεθαμένου κρυφού παπά όπου υπήρχε ολάκερη εκκλησιά κρυμμένη απ’ τα μάτια του κόσμου. Μυστικές πόρτες έφερναν τους πιστούς από τους σκοτεινούς δρόμους. Έξω οι νέοι είχαν αναλάβει τη φύλαξη. Τόσα χρόνια στη ζωή αυτή έμαθαν να φροντίζουν την ασφάλειά τους. Μαζί τους άρχισε κι αυτός να ζεί τους φόβους και τις αγωνίες τους κι όταν γνωρίστηκαν καλά η έγνοιά του σκλαβώθηκε στο μαχαλά τους.

«Τα παιδιά έχουν σήμερα μπαϊράμι» έλεγε στην παπαδιά «κι όλη μέρα θα είναι νηστικά»…

Γιώργη Θ Πρίντζιπα «Το συναξάρι των κρυφών ονείρων»

http://www.agioritikovima.gr/perizo...στική-πραγματική-διήγηση-με-κρυπτοχριστιανούς
 
#33

Ξαφνικά από τη γωνιά που στεκόταν στριμωγμένος ο π. Παύλος ακούστηκε η φωνή του διάκου.
– Ευλόγησον, Δέσποτα.
Όλοι οι κρατούμενοι πάγωσαν. Λες και γκρεμίστηκε ο τοίχος και μπήκε μέσα φως. Από τον εξαντλημένο μητροπολίτη ακούστηκε σιγανά και μελωδικά.
– «Ευλογητός ο Θεός ημών, πάντοτε νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων».
Οι κρατούμενοι κοκκάλωσαν. Άρχιζε η προσευχή. Και όχι απλή προσευχή. Η νεκρώσιμος ακολουθία. Μία προσευχή για τους ίδιους, αλλά και για όλους τους βασανισμένους, χτυπημένους, ταπεινούς, ποδοπατημένους, δολοφονημένους.
– «Αμήν. Άμωμοι οι εν οδώ, Αλληλούια.
» Αι χείρες σου εποίησάν με και έπλασάν με...
» Σος ειμί εγώ σώσον με ότι τα δικαιώματά σου εξεζήτησα...
» Ζήσεται η ψυχή μου και αινέσει σε...».
Ο κουφός διάκος, φώναζε δυνατά τις αιτήσεις. Το χτυπημένο στόμα του δεν μπορούσε να προφέρει σωστά τις λέξεις. Στο σιδερένιο κουτί η καθαρή φωνή του φαινόταν σα να είναι φωνή από άλλον κόσμο. Μία φωνή πέρα απ' τα σύνορα.
«Ευλογητός ει, Κύριε, δίδαξόν με τα δικαιώματά σου.
Των αγίων ο χορός εύρε πηγήν της ζωής...».
Όλοι ελευθέρωσαν το δεξί τους χέρι κι έκαναν αργά - αργά με δυσκολία το σταυρό τους. Καθένας ένοιωθε πως η απλή αυτή κίνηση φέρνει μαζί της ένα τεράστιο όγκο προσευχών, δεήσεων, μετανοιών, ελπίδων για τον εαυτό του και τους δικούς του. Και μόνον ο σταυρός του Θεανθρώπου, μπορεί να αντέξει όλο αυτό το βάρος.
«Ευλογητός ει, Κύριε, δίδαξόν με τα δικαιώματά σου.
Οι τον Αμνόν του Θεού κηρύξαντες, και σφαγιασθέντες ώσπερ άρνες, και προς ζωήν την αγήρω, άγιοι, και αΐδιον μετατεθέντες, τούτον εκτενώς, μάρτυρες, αιτήσασθε, οφλημάτων λύσιν ημίν δωρήσασθαι».
Όλοι οι κρατούμενοι γνώριζαν καλά τα τροπάρια και τις ευχές της νεκρώσιμης ακολουθίας. Τόσες φορές την τέλεσαν σε κεκοιμημένους. Τώρα όλα αυτά τα λόγια τα έψαλλαν για τους ίδιους. Ο «μαύρος κόρακας» συνέχιζε να τρέχει, να τραντάζεται.
«Εικών ειμί της αρρήτου δόξης σου...».
«Ανάπαυσον ο Θεός τους δούλους σου...».
Με μία φωνή έψαλλαν το κοντάκιο.
«Μετά των αγίων ανάπαυσον, Χριστέ, τας ψυχάς των δούλων σου, ένθα ουκ έστι πόνος, ου λύπη, ου στεναγμός, αλλά ζωή ατελεύτητος».
Μία απότομη στροφή του αυτοκινήτου και όλοι πετάχτηκαν στα αριστερά. Για λίγα δευτερόλεπτα διακόπηκε η ακολουθία. Βρήκαν την ισορροπία τους, πήραν βαθειά ανάσα και συνέχισαν τα αριστουργηματικά τροπάρια του αγίου Ιωάννη Δαμασκηνού.
«Ποία του βίου τρυφή διαμένει λύπης αμέτοχος;
Ποία δόξα έστηκεν επί γης αμετάθετος;
Πάντα σκιάς ασθενέστερα, πάντα ονείρων απατηλότερα...».
Οι φρουροί ενοχλήθηκαν. Άρχισαν να χτυπούν την πόρτα και να φωνάζουν
– Σταματήστε. Τί πάθατε; Πάψτε να τραγουδάτε.
Κανείς δεν μπορούσε να τους σταματήσει.
«Εμνήσθην του προφήτου βοώντος. Εγώ ειμί γη και σποδός και πάλιν κατενόησα εν τοις μνήμασι και είδον τα οστά τα γεγυμνωμένα και είπον. άρα τίς εστι, βασιλεύς ή στρατιώτης ή πλούσιος ή πένης ή δίκαιος ή αμαρτωλός, αλλά ανάπαυσον Κύριε μετά δικαίων τους δούλους σου, ως φιλάνθρωπος».
Ένας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό. Σκέφθηκαν τον ανοιχτό λάκο, τον ομαδικό τάφο. Μετά από χρόνια ποιος θα μπορεί να αναγνωρίσει σε ποιον θα ανήκουν τα «γεγυμνωμένα οστά...».
Ο κουφός διάκος προσπαθούσε με ένταση κάτι να ακούσει να μην χάσει τη σειρά. Διάβασε τον Απόστολο. Στο τέλος όλοι έψαλλαν το Αλληλούια. Τί ήταν αυτό; Δεν ήταν πια ψαλμωδία. Ήταν έκρηξη ενός ηφαιστείου, η δύναμη του οποίου δεν έχει όρια.
«Αλληλούια, αλληλούια, αλληλούια».
Στο στόμα αυτών των αδύναμων, πεινασμένων, ταλαιπωρημένων ανθρώπων οι ήχοι αυτοί της προσευχής έμοιαζαν ανίκητοι. Ήχοι αιωνιότητας.
«Και ήκουσα ως φωνήν όχλου πολλού, ως φωνήν υδάτων πολλών και ως φωνήν βροντών ισχυρών λεγόντων. αλληλούια» (Αποκ. 19, 6).
Η πόρτα άρχισε να χτυπάει. Οι φρουροί φώναζαν.
– Σταματήστε πια...
Η ψαλμωδία σταμάτησε. Έτσι νόμισαν οι φρουροί. Ήταν δυνατόν όμως; Ο π. Παύλος είπε από στήθους το Ευαγγέλιο. Τα λόγια του Χριστού γέμισαν μ' ελπίδα τις πληγωμένες καρδιές.
«Αμήν, Αμήν λέγω υμίν ότι ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντί με, έχει ζωήν αιώνιον, και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν...».
Είκοσι χρόνια τώρα η αθεϊστική προπαγάνδα βάλθηκε να ξεριζώσει την πίστη, να αποδείξει ότι δεν υπάρχει Θεός, αιωνιότητα, ανάσταση νεκρών.
«Αμήν, αμήν λέγω υμίν ότι έρχεται ώρα, και νυν εστίν, ότε οι νεκροί ακούσονται της φωνής του Υιού του ανθρώπου, και οι ακούσαντες ζήσονται...».
«Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι», έψαλλαν όλοι οι κρατούμενοι στο τέλος του Ευαγγελίου.
Ξεπετάχτηκε τέτοια δύναμη από μέσα τους, που οποιοδήποτε χτύπημα, οποιαδήποτε εκτέλεση και βασανιστήρια θα ήταν γι' αυτούς μάταιος κόπος.
Ο διάκος άρχισε τις αιτήσεις.
«Ελέησον ημάς ο Θεός...»
«Έτι δεόμεθα υπέρ αναπαύσεως των ψυχών των κεκοιμημένων δούλων του Θεού και υπέρ του συγχωρηθήναι αυτοίς παν πλημμέλημα εκούσιον τε και ακούσιον».
«Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον», απάντησαν μ' ένα στόμα.
Ο πεσμένος στο σιδερένιο πάτωμα γέροντας μητροπολίτης συγκέντρωσε τις δυνάμεις του. Άρχισε αργά - αργά τη συγχωρητική ευχή.
«Ο Θεός των πνευμάτων και πάσης σαρκός... αυτός Κύριε ανάπαυσον τας ψυχάς των κεκοιμημένων δούλων σου...».
Όλοι άρχισαν να μνημονεύουν τα ονόματα των μελλοθανάτων και των κεκοιμημένων. Σαν ένα μεγάλο σύννεφο ανέβαιναν ψηλά τα ονόματα των καταδικασμένων, ζωντανών ακόμα, αλλά όλων αυτών που θεωρούσαν τους εαυτούς τους νεκρούς.
– Χριστοφόρου, Φιλίππου, Παύλου, Σεργίου, Φιλαρέτου, Ευσεβίου, Ζωσιμά, Μιχαήλ, Σάββα, Σεραφείμ αρχιερέως...
Μόλις τελείωσαν ακούστηκαν και άλλα δύο ονόματα.
– Αντωνίου ιερέως και Κυρίλλου.
Ο μητροπολίτης συνέχισε.
«...εν τόπω φωτεινώ, εν τόπω χλοερώ, εν τόπω αναψύξεως, ένθα απέδρα οδύνη, λύπη και στεναγμός...».
Ο μαύρος κόρακας φρενάρισε απότομα. Όλοι έπεσαν μπροστά. Ο μητροπολίτης Σεραφείμ σύρθηκε λίγο στο πάτωμα. Με δυσκολία συνέχισε.
«Ότι συ ει η Ανάστασις, η ζωή, και η ανάπαυσις...».
Όλοι μ' ένα στόμα επανέλαβαν την εκφώνηση. Μέσα σ' αυτό το σιδερένιο κουτί, που έμοιαζε πλέον σα φέρετρο, στριμωγμένοι, σε ατμόσφαιρα αποπνικτική, όλοι αυτοί οι κρατούμενοι κατάλαβαν ότι έφτασε η στιγμή που θα τελειώσει η ματαιότητα του κόσμου. Είχαν την ελπίδα ότι θα περάσουν πλέον σ' έναν άλλο κόσμο αιώνιο και φωτεινό. Ένοιωθαν ότι απ' αυτό το φρικτό σκοπευτήριο θα ξεκινήσει η αιώνια ζωή, η ευλογημένη βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του αγίου Πνεύματος, για την οποία τόσες φορές είχαν μιλήσει και είχαν προσευχηθεί.
Η πόρτα του σιδερένιου κλουβιού άνοιξε. Ο φρουρός φώναξε.
– Έξω, ένας - ένας.
Χωρίς να χάσουν την προσευχή τους οι κρατούμενοι άρχισαν γρήγορα και όπως φαινόταν με επιθυμία, να βγαίνουν απ' το μαύρο κόρακα. Ταλαιπωρημένοι, κακοντυμένοι, αχτένιστοι, όμως με μία εσωτερική χάρη να γεμίζει την ψυχή τους, σα να πήγαιναν σε γάμο. «Χαίρωμεν και αγαλλιώμεθα και δώμεν την δόξαν αυτώ, ότι ήλθεν ο γάμος του αρνίου και η γυνή αυτού ητοίμασεν εαυτήν. Και εδόθη αυτή ίνα περιβάληται βύσσινον λαμπρόν καθαρόν· το γαρ βύσσινον τα δικαιώματα των αγίων εστί. Και λέγει μοι· γράψον, μακάριοι οι εις το δείπνον του γάμου του αρνίου κεκλημένοι...» (Αποκ. 19, 7-9).
Μερικοί έβλεπαν τον γέροντα επίσκοπο που ήταν ξαπλωμένος στο πάτωμα. Μέσα στη νύχτα ξεχώριζε το κεφάλι του με τα άσπρα μαλλιά. Τον κουβαλούσαν τέσσερις ιερείς στα χέρια. Μπροστά πήγαιναν όλοι οι άλλοι κρατούμενοι, αργά σα σε λιτανεία. Ο γέροντας άρχισε την απόλυση.
«Ο και νεκρών και ζώντων την εξουσίαν έχων ως αθάνατος Βασιλεύς και αναστάς εκ νεκρών ... τας ψυχάς των δούλων σου εν σκηναίς δικαίων τάξαι, εν κόλποις Αβραάμ αναπαύσαι και μετά δικαίων συναριθμήσαι.. .».
Και πάλι άρχισαν να ψάλλουν όλοι μαζί:
«Αιωνία η μνήμη».
Η λιτανεία συνεχιζόταν. Οι φρουροί έβριζαν. Τους έβγαλαν σ' ένα χωράφι, το έδαφος παγωμένο, το χιόνι κρύσταλλο. Εκεί υπήρχε ένα πρόχειρο στέγαστρο όπου κάθονταν οι δήμιοι του εκτελεστικού αποσπάσματος. Ο υπεύθυνος αξιωματικός με το πιστόλι στο χέρι φώναξε:
– Γδυθείτε όλοι!
– «Δεύτε τελευταίον ασπασμόν, δώμεν αδελφοί...», έψαλλε δυνατά ένας ιερέας. Και όλοι με δάκρυα χαρμολύπης άρχισαν να ασπάζονται ο ένας τον άλλον. Οι φρουροί τα έχασαν. Δεν το είχαν ξαναδεί αυτό. Στον επικεφαλής αξιωματικό έτρεξε ο Κύριλλος. Μία ύστατη προσπάθεια μήπως...
– Σύντροφε αξιωματικέ, είμαι τυχαία εδώ πέρα. Θέλω να ζήσω. Δεν είμαι μαζί τους.
Ανάλγητος ο αξιωματικός σήκωσε το πιστόλι του και τον πυροβόλησε στο κεφάλι. Έτσι είχε μάθει απ' το μεγάλο δάσκαλό του, τον Ντζερζίνσκι, που συμβούλευε: «Ο καλύτερος τρόπος να σωπάσει κάποιος είναι μία σφαίρα!». Κοντά στον Κύριλλο που έπεσε νεκρός έτρεξε ένας κοκκαλιάρης, μελανιασμένος απ' το κρύο.
– Πίσω, φώναξε ο αξιωματικός.
– Είναι ο γιος μου!
Συνεχίζοντας την προσευχή του ο π. Αντώνιος άρχισε να βγάζει τα ρούχα από το λεπτό κορμάκι του γιου του. Τον πήρε στα χέρια, τον έσφιξε στην αγκαλιά του, σαν να ήθελε να τον ζεστάνει.
– Εμπρός.
Οι δήμιοι στέκονταν με τα ντουφέκια στη σειρά απέναντι από τους γυμνούς, μελανιασμένους απ' το κρύο κρατουμένους.
– Εμπρός, κουνηθείτε.
Οι κρατούμενοι προχωρούσαν δίπλα από το φρεσκοσκεπασμένο, μακρόστενο λάκκο. Τα γυμνά τους πόδια σκόνταφταν και γλιστρούσαν στην παγωμένη γη.
– «Του Κυρίου η γη και το πλήρωμα αυτής, η οικουμένη και πάντες οι κατοικούντες εν αυτή. Γη ει και εις γην απελεύσει», ψέλισσε αργά ο επίσκοπος που τον κρατούσαν οι εν Χριστώ αδελφοί του. Μερικοί είχαν δυνάμεις και περπατούσαν μόνοι τους, μερικοί βοηθούσαν τους πιο αδύνατους. Ο κουφός διάκος περπατούσε τελευταίος από πίσω. Μαζί με τα ρούχα του έβγαλαν τις γάζες και η πληγή του τον πονούσε φοβερά. Έφτασαν στην άκρη του τεράστιου λάκκου. Τα σκελετωμένα γυμνά σώματα έτρεμαν. Τα στόματα χτυπούσαν δυνατά.
– Προσοχή. Με το πρόσωπο στο λάκκο!
– Αιωνία η μνήμη, έψαλλαν όσοι μπορούσαν.
Γύρισαν προς το λάκκο. Δευτερόλεπτα τους χωρίζουν απ' την άνω Ιερουσαλήμ. Τα μάτια της ψυχής βλέπουν πλέον «ουρανόν καινόν και γην καινήν... και την πόλιν την αγίαν Ιερουσαλήμ... Και ήκουσα φωνής μεγάλης εκ του ουρανού λεγούσης. Ιδού η σκηνή του Θεού μετά των ανθρώπων, και σκηνώσει μετ' αυτών και αυτοί λαός αυτού έσονται και αυτός ο Θεός μετ' αυτών έσται, και εξαλείψει απ' αυτών ο Θεός παν δάκρυον από των οφθαλμών αυτών, και ο θάνατος ουκ έσται έτι, ούτε πένθος, ούτε κραυγή, ούτε πόνος ουκ έσται έτι... Εγώ τω διψώντι δώσω εκ της πηγής του ύδατος της ζωής δωρεάν» (Αποκ. 21, 1-7).
«Μνήσθητι ημών, Κύριε, εν τη βασιλεία σου...».
Τα όπλα κροτάλιασαν.
Αυτοί οι παγωμένοι σκελετοί δεν αισθάνονταν πια ούτε τα χτυπήματα στο κεφάλι και στην πλάτη, ούτε άκουγαν τους πυροβολισμούς, ούτε ένοιωθαν τον πόνο της πληγής και τη φοβερή ψύξη της παγωμένης γης. Έφυγαν ψάλλοντας. Τα σώματά τους έπεσαν κατευθείαν στο μεγάλο λάκκο. Οι δήμιοι δεν προλάβαιναν να ρίξουν λίγο χώμα. Ήδη είχε έλθει και ο επόμενος μαύρος κόρακας με την επιγραφή: «ψωμί».
«Μετά ταύτα είδον, και ιδού όχλος πολύς... εστώτες ενώπιον του θρόνου και ενώπιον του αρνίου, περιβεβλημένους στολάς λευκάς... Και είπε μοι· ούτοι εισίν οι ερχόμενοι εκ της θλίψεως της μεγάλης, και έπλυναν τας στολάς αυτών και ελεύκαναν αυτάς εν τω αίματι του αρνίου... το αρνίον το αναμέσον του θρόνου ποιμανεί αυτούς και οδηγήσει αυτούς επί ζωής πηγάς υδάτων, και εξαλείψει ο Θεός παν δάκρυον εκ των οφθαλμών αυτών» (Αποκ. 7, 9-17).​
 
#34

Ἡ ψαλμῳδία γίνεται ἑλληνιστὶ καὶ ρωσιστί, κατὰ τὸ Βυζαντινὸν ὕφος καὶ κατὰ τὴν τετραφωνίαν. Μέρος μὲν τῆς ἀκολουθίας γίνεται ἑλληνιστὶ καὶ μέρος δὲ ρωσιστί. Τὰ Κεκραγάρια, κατὰ τὴν Ἀγρυπνίαν, ἐξετελέσθησαν πολὺ ὡραῖα κατὰ τὸ βυζαντινὸν ὕφος ἑλληνιστὶ ὑπὸ τοῦ μετακληθέντος πρωτοψάλτου Διακο-Συνεσίου, Δοχειαρίτου, ὅστις καλλίφωνος λίαν καὶ εἰδήμων τῆς Βυζαντινῆς μουσικῆς καλεῖται πάντοτε κατὰ τὰς ἑορτὰς παρὰ τῶν διαφόρων Μονῶν, καταθέλγων μὲ τὴν ὑψιφωνίαν του. Αὐτοὶ οἱ ρῶσοι μοναχοί, παρετήρησα, τὸν ἤκουον μὲ πολλὴν κατάνυξιν, εὐφραινόμενοι ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴν μελῳδίαν· ἀλλ' ὅμως, οἱ πλέον φανατικοὶ οἱ ἐμμένοντες ἀκλόνητοι εἰς τὰ πάτριά των, εἶδα ὅτι, ἀρχομένης τῆς ἑλληνικῆς ψαλμῳδίας, ἐξήρχοντο τοῦ Ναοῦ, κρυφά-κρυφά· ἀλλὰ δὲν ἔφευγον ὁλοτελῶς, παρέμενον ἔξω εἰς τὸν Νάρθηκα, ἔνθεν ἤκουον μὲ κρυφὴν χαρὰν τὴν ψαλμῳδίαν μας. Πλησιάσας ἕνα τούτων, ἕνα ὠχρὸν καὶ εὐπροσήγορον γαλανομμάτην, τὸν ἠρώτησα:
– Πῶς φαίνεται μουσικὴ δική μας:
– Βυζαντίνα;
– Ναί, πῶς πάει αὐτί;
– Αὐτί καλό, πολύ καλό, μοῦ ἀπήντησε μειδιῶν ὁ νεαρὸς ρῶσος.
– Ἀφοῦ αὐτὶ καλό, πῶς δὲν ψάλλει ἔτσι ροῦσο;
– Πῶς ψάλλει; Βυζαντίνα;
– Ναι, Βυζαντίνα, ἐπανέλαβον.
– Ἐμεῖς φυλάει ὅ,τι βρῇ. Φυλάει ὅλα ὅπως βρῇ. Φυλάει παλαιὰ ὅλα.
Τὴν στιγμὴν ἐκείνην, πλησιάσας γέρων ρῶσος ἔρριψε βλοσυρὸν βλέμμα πρὸς ἐμέ, καὶ ἄγριον οὗς εἰς τὴν ὁμιλίαν μας· καὶ εἶπε μὲ ὀργήν:
– Ἐμεῖς ἔτσι ψάλλει, καλὰ ψάλλει. Καλλίτερα ἀπὸ ὅλο κόσμο ψάλλει ἐμεῖς!
Καὶ ἀπεσύρθη καταρώμενος:
– Ἄ! Σκουσένιε!​
 
#35
Ἀνάμεσα εἰς συντρίμματα καὶ ἐρείπια, λείψανα παλαιᾶς κατοικίας ἀνθρώπων ἐν μέσῳ ἀγριοσυκῶν, μορεῶν μὲ ἐρυθροὺς καρπούς, εἰς ἔρημον τόπον, ἀπόκρημνον ἀκτὴν πρὸς μίαν παραλίαν βορειοδυτικὴν τῆς νήσου, ὅπου τὴν νύκτα ἑπόμενον ἦτο νὰ βγαίνουν καὶ πολλὰ φαντάσματα, εἴδωλα ψυχῶν κουρασμένων, σκιαὶ ἐπιστρέφουσαι, καθὼς λέγουν, ἀπὸ τὸν ἀσφοδελὸν λειμῶνα, ἀφήνουσαι κενὰς οἰμωγὰς εἰς τὴν ἐρημίαν, θρηνοῦσαι τὸ πάλαι ποτὲ πρόσκαιρον σκήνωμά των εἰς τὸν ἐπάνω κόσμον ― ἐκεῖ ανάμεσα ἐσώζετο ἀκόμη ὁ ναΐσκος τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας. Δὲν ὑπῆρχε πλέον οἰκία ὀρθή, δὲν ὑπῆρχε στέγη καὶ ἄσυλον, εἰς ὅλον τὸ ὀροπέδιον ἐκεῖνο, παρὰ τὴν ἀπορρῶγα ἀκτήν. Μόνος ὁ μικρὸς ναΐσκος ὑπῆρχε, καὶ εἰς τὸ προαύλιον τοῦ ναΐσκου ὁ Φραγκούλης Κ. Φραγκούλας εἶχε κτίσει μικρὸν ὑπόστεγον, καλύβην μᾶλλον ἢ οἰκίαν, λαβὼν τὴν ξυλείαν, ὅσην ἠδυνήθη νὰ εὕρῃ, καί τινας λίθους ἀπὸ τὰ τόσα τριγύρω ἐρείπια, διὰ νὰ στεγάζεται προχείρως ἐκεῖ καὶ καπνίζῃ ἀκατακρίτως τὸ τσιμπούκι του, μὲ τὸν ἠλέκτρινον μαμέν*, ἔξω τοῦ ναοῦ, ὁ φιλέρημος γέρων.

Ὁ ναΐσκος ἦτο ἰδιόκτητος· πρᾶγμα σπάνιον εἰς τὸν τόπον, λείψανον παλαιοῦ θεσμοῦ· ἦτον κτῆμα αὐτοῦ τοῦ γέροντος Φραγκούλα. Ὁ ἀξιότιμος πρεσβύτης, φέρων ὅλα τὰ ἐξωτερικὰ γνωρίσματα προεστοῦ, ὡραῖον φέσι τοῦ Τουνεζίου, ἐπανωβράκι* τσόχινον, μὲ ζώνην πλατεῖαν κεντητήν, μακρὰν τσιμπούκαν μὲ ἠλέκτρινον μαμέν, καὶ κρατῶν μὲ τὴν ἀριστερὰν ἠλέκτρινον μακρὸν κομβολόγιον, δὲν ἦτο καὶ πολὺ γέρων, ὣς πενηνταπέντε χρόνων ἄνθρωπος. Κατήγετο ἀπὸ τὴν ἀρχαιοτέραν καὶ πλέον γνησίως αὐτόχθονα οἰκογένειαν τοῦ τόπου. Ἦτον ἐκ νεαρᾶς ἡλικίας εὐσταλής, ὑψηλός, λεπτὸς τὴν μέσην, μελαχροινός, μὲ ἁδροὺς χαρακτῆρας τοῦ προσώπου, δασείας ὀφρῦς, ὀφθαλμοὺς μεγάλους, ὀγκώδη ρῖνα, χονδρὰ χείλη προέχοντα. Ἠγάπα πολὺ τὰ μουσικά, τά τε ἐκκλησιαστικὰ καὶ τὰ ἐξωτερικά, ὑπῆρξε δὲ μὲ τὴν χονδρὴν ἀλλὰ παθητικὴν φωνήν του ψάλτης καὶ τραγουδιστὴς εἰς τὸν καιρόν του μέχρι γήρατος.

Τὴν Σινιώραν, ὡραίαν νέαν, λεπτοφυῆ, λευκοτάτην, τὴν εἶχε νυμφευθῆ ἀπὸ ἔρωτα. Ἤδη εἶχε συζήσει μαζί της ὑπὲρ τὰ εἴκοσι πέντε ἔτη, καὶ εἶχεν ἀποκτήσει τέσσαρας υἱοὺς καὶ τρεῖς θυγατέρας. Ἀλλὰ τώρα, εἰς τὸν οὐδὸν τοῦ γήρατος, δὲν συνέζη πλέον μαζί της.

Εἶχε χωρίσει ἅπαξ ἤδη, ἀφοῦ ἐγεννήθησαν τὰ τέσσαρα πρῶτα παιδία, δύο υἱοὶ καὶ δύο θυγατέρες· ὁ πρῶτος οὗτος χωρισμὸς διήρκεσεν ἐπί τινας μῆνας. Εἶτα ἐπῆλθε συνδιαλλαγὴ καὶ συμβίωσις πάλιν. Τότε ἐγεννήθησαν ἄλλα δύο τέκνα, υἱὸς καὶ θυγάτριον. Εἶτα ἐπῆλθε δεύτερος χωρισμός, ὑπὲρ τὸ ἔτος διαρκέσας. Μετὰ τὸν χωρισμόν, δευτέρα συνδιαλλαγη. Τότε ἐγεννήθη ὁ τελευταῖος υἱός. Ἀκολούθως ἐπῆλθε μακρὸς χωρισμὸς μεταξὺ τῶν συζύγων. Ὁ τελευταῖος οὗτος χωρισμός, μετὰ πολλὰς ἀγόνους ἀποπείρας συνδιαλλαγῆς, διήρκει ἤδη ἀπὸ τριῶν ἐτῶν καὶ ἡμίσεος. Δὲν ἦτο πλέον φόβος νὰ γεννηθοῦν ἄλλα τέκνα. Ἡ Σινιώρα ἦτον ὑπερτεσσαρακοντοῦτις ἤδη.

*
* *

Τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, τῆς 13 Αὐγούστου τοῦ ἔτους 186… ἐκάθητο μόνος, ὁλομόναχος, ἔξω τοῦ ναΐσκου, εἰς τὸ προαύλιον, ἔμπροσθεν τῆς καλύβης τὴν ὁποίαν εἶχε κτίσει, ἐκάπνιζε τὸ τσιμπούκι του, κ᾿ ἐρρέμβαζεν. Ὁ καπνὸς ἀπὸ τὸν λουλὰν ἀνέθρῳσκε καὶ ἀνέβαινεν εἰς κυανοῦς κύκλους εἰς τὸ κενόν, καὶ οἱ λογισμοὶ τοῦ ἀνθρώπου ἐφαίνοντο νὰ παρακολουθοῦν τοὺς κύκλους τοῦ καπνοῦ, καὶ νὰ χάνωνται μετ᾿ αὐτῶν εἰς τὸ ἀχανές, τὸ ἄπειρον. Τί ἐσκέπτετο;

Βεβαίως, τὴν σύζυγόν του, μὲ τὴν ὁποίαν ἦσαν εἰς διάστασιν, καὶ τὰ τέκνα του, τὰ ὁποῖα σπανίως ἔβλεπεν. Ἐσχάτως τοῦ εἶχον παρουσιασθῆ, πρώτην φορὰν εἰς τὴν ζωήν του, καὶ οἰκονομικαὶ στενοχωρίαι. Ὁ Φραγκούλας ἦτο μεγαλοκτηματίας. Εἶχε παμπόλλους ἐλαιῶνας, ἀμπέλια ἀρκετά, καὶ χωράφια ἀμέτρητα. Μόνον ἀπὸ τὸν ἀντίσπορον τῶν χωραφίων ἠμποροῦσε νὰ μὴν ἀγοράζῃ ψωμὶ δι᾿ ὅλου τοῦ ἔτους, αὐτὸς καὶ ἡ οἰκογένειά του. Οἱ δὲ ἐλαιῶνες, ὅταν ἐκαρποφόρουν, ἔδιδον ἀρκετὸν εἰσόδημα. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ δὲν εἰργάζετο ποτὲ μόνος του, τὰ ἔξοδα «τὸν ἔτρωγαν»! Εἶτα αὐξανομένης τῆς οἰκογενείας, συνηυξάνοντο καὶ αἱ ἀνάγκαι. Καὶ ὅσον ηὔξανον τὰ ἔξοδα, τόσον τὰ ἔσοδα ἠλαττοῦντο. Ἦλθαν «δυστυχισμένες χρονιές», ἀφορίαι, συμφοραί, θεομηνίαι. Εἶτα, διὰ πρώτην φοράν, ἔλαβεν ἀνάγκην μικρῶν δανείων. Δὲν ἐφαντάζετο ποτὲ ὅτι μία μικρὰ κάμπη ἀρκεῖ διὰ νὰ καταστρέψῃ ὁλόκληρον φυτείαν. Ἀπηυθύνθη εἰς ἕνα τοκογλύφον τοῦ τόπου.

Οἱ τοιοῦτοι ἦσαν ἄνθρωποι «φερτοί», ἀπ᾿ ἔξω, καὶ ὅταν κατέφυγον εἰς τὸν τόπον, ἐν ὥρᾳ συμφορᾶς καὶ ἀνεμοζάλης, κατὰ τὴν Μεγάλην Ἐπανάστασιν ἢ κατὰ τὰ ἄλλα κινήματα τὰ πρὸ αὐτῆς, ἀρχομένης τῆς ἑκατονταετηρίδος, κανεὶς δὲν ἔδωκε προσοχὴν καὶ σημασίαν εἰς αὐτούς.

Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ οἱ ἐντόπιοι εἶχον ἀποκλειστικὴν προσήλωσιν εἰς τὰ κτήματα, οὗτοι, οἱ ἐπήλυδες, ὡς πράττουσιν ὅλοι οἱ φύσει καὶ θέσει Ἑβραῖοι, ἔδωκαν ὅλην τὴν σημασίαν καὶ τὴν προσοχήν των εἰς τὰ χρήματα. Ἤνοιξαν ἐργαστήρια, μαγαζεῖα, κ᾿ ἐμπορεύοντο, κ᾿ ἐχρηματίζοντο. Εἶτα ἦλθεν ὥρα, ὅπως καὶ τώρα καὶ πάντοτε συμβαίνει, ὁπότε οἱ ἐντόπιοι ἔλαβον ἀνάγκην τῶν χρημάτων, καὶ τότε ἤρχισαν νὰ ὑποθηκεύουν τὰ κτήματα. Ἑωσότου παρῆλθε μία γενεά, ἢ μία καὶ ἡμίσεια, καὶ τὰ χρήματα ἐπέστρεψαν εἰς τοὺς δανειστάς, συμπαραλαβόντα μεθ᾿ ἑαυτῶν καὶ τὰ κτήματα.

Ἕως τότε δὲν εἶχε συλλογισθῆ τοιαῦτα πράγματα ὁ Φραγκούλης Φραγκούλας, οὔτε τὸν ἔμελε ποτέ του περὶ χρημάτων. Ἀλλ᾿ ἐπ᾿ ἐσχάτων, εἶχε λάβει ἀνάγκην καὶ δευτέρου καὶ τρίτου δανείου, καὶ οἱ δανεισταὶ προθύμως τοῦ ἔδιδαν, ἀλλ᾿ ἀπῄτουν νὰ τοὺς καθιστᾷ ὑπέγγυα τὰ καλύτερα κτήματα, ἐκ τῶν ὁποίων ἕκαστον εἶχε, κατ᾿ αὐτὸν ἐκτιμητήν, δεκαπλασίαν ἀξίαν τοῦ ποσοῦ τοῦ δανειζομένου. Πλὴν φεῦ! αὐτὸς δὲν ἦτο ὁ μόνος καημός του…

Ὁ Φραγκούλης Φραγκούλας δὲν ἐφόρει πλέον τὸ ὡραῖόν του μαῦρον φέσι, τὸ τουνεζιάνικον· ἔφερεν οἰκιακὸν μαῦρον σκοῦφον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς. Ἀλλ᾿ εὑρίσκετο σήμερον εἰς τὴν ἐξοχήν. Ἐὰν τὸν συνηντῶμεν τὴν προτεραίαν εἰς τὴν ἀγοράν, κάτω εἰς τὴν πολίχνην, θὰ ἐβλέπομεν ὅτι εἶχε βάψει μαῦρον τὸ φέσι του… Εἶχε πρόσφατον πένθος.

*
* *

«Ἄχ! Τό ᾽χασα, τὸ καημένο μ᾿, τὸ εὐάγωγο, τό ᾽χασα!»

Ὁ γερο-Φραγκούλης ἐστέναξε, καὶ εἶχε δίκαιον νὰ στενάξῃ. Τὸ καλύτερον κοράσιόν του, τὸ τρίτον, τὸ μικρότερον, δεκατετραετὲς μόλις τὴν ἡλικίαν ―τὸ ὁποῖον εἶχε γεννηθῆ κατά τι διάλειμμα ἔρωτος μεταξὺ δύο χωρισμῶν― τοῦ εἶχεν ἀποθάνει πρὸ ὀλίγων μηνῶν…

Καὶ αὐτὸς ἦλθεν εἰς τὴν Παναγίαν, διὰ νὰ κλαύσῃ καὶ νὰ πῇ τὸν πόνον του. Ἦτον κτῆμά του ὁ ναΐσκος τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας. Τὸ ἐκκλησίδιον ἦτον εὐπρεπέστατον, ὡραῖα στολισμένον καὶ εἶχε καλὰς εἰκόνας, καὶ μάλιστα τὴν φερώνυμον, τὴν γλυκεῖαν Παναγίαν τὴν Πρέκλαν, σκαλιστὸν χρυσωμένον τέμπλον, πολυέλεον καὶ μανουάλια ὀρειχάλκινα, κανδήλια ἀργυρᾶ. Ἔφερε πάντοτε ὁ ἰδιοκτήτης μαζί του τὴν βαρεῖαν ὑπερμεγέθη κλεῖδα τῆς δρυΐνης θύρας τῆς στερεᾶς, καὶ δὲν ἔλειπε συχνὰ νὰ ἐπισκέπτεται τὴν Παναγίαν του· ἱερόσυλος εὐτυχῶς κανεὶς ἀκόμη δὲν εἶχεν ἀναφανῆ εἰς τὰ μέρη αὐτά.

Ἦτον ἡ προπαραμονὴ τῆς ἑορτῆς, ὅτε θὰ ἐτελεῖτο πανήγυρις εἰς τὸν ναΐσκον, τιμώμενον ἐπ᾿ ὀνόματι τῆς Κοιμήσεως. Θὰ ἤρχοντο ἀπὸ τὸν τόπον πολλαὶ οἰκογένειαι καὶ ἄτομα, δωδεκάδες τινὲς προσκυνητῶν καὶ πανηγυριστῶν, καὶ ὁ παπα-Νικόλας, ὁ συμπέθερός του. Εἰς τὸν παπα-Νικόλαν ὁ Φραγκούλας ἔδιδε διὰ τὸν κόπον του ἓν τάλληρον, περιπλέον δὲ εἰσέπραττεν ὁ παπὰς διὰ λογαριασμόν του τὰς δεκάρας, ὅσας ἔδιδαν αἱ γυναῖκες «διὰ νὰ γράψουν τὰ ὀνόματα» ἢ τὰ «ψυχοχάρτια».

Ὅλα τ᾿ ἄλλα, προσφοράς, ἀρτοκλασίας, πώλησιν κηρίων, κτλ. τὰ εἰσέπραττεν ὁ Φραγκούλας ὡς εἰσόδημα ἰδικόν του…

Καὶ τώρα τοὺς ἐπερίμενε νὰ ἔλθουν πάλιν… καὶ ἀνελογίζετο πῶς ἄλλοτε, ὅταν ἦτον νέος ἀκόμη, μετὰ τὸν πρῶτον χωρισμὸν ἀπὸ τὴν γυναῖκά του, ἡ πανήγυρις αὐτὴ τῆς Παναγίας τῆς Κοιμήσεως ἔγινεν ἀφορμὴ διὰ νὰ ἐπέλθῃ συνδιαλλαγὴ μετὰ τῆς γυναικός του. Κατόπιν τῆς συνδιαλλαγῆς ἐκείνης ἐγεννήθη ὁ τρίτος υἱός, καὶ τὸ Κουμπώ, τὸ θυγάτριον τὸ ὁποῖον ἐθρήνει τώρα ὁ γερο-Φραγκούλας…

«Τό ᾽χασα τὸ καημένο μου, τὸ εὐάγωγο, τό ᾽χασα!…»

Ὤ, δὲν ἐλυπεῖτο τώρα τόσον πολὺ τὸν ἀπὸ τῆς γυναικός του χωρισμόν ―τὴν ὁποίαν ἄλλως τρυφερῶς ἠγάπα― ὅσον ἐθρήνει τὴν σκληρὰν ἀπώλειαν ἐκείνην τῆς κορασίδος, τὴν ὁποίαν εἰς τὸν ἄλλον κόσμον ἤλπιζε μόνον νὰ ἐπανεύρῃ… Καὶ κατενύσσετο πολὺ ἡ καρδία του κ᾿ ἐθλίβετο… Καὶ ἀνελογίσθη ὅτι τὸ πάλαι ἐδῶ οἱ χριστιανοί, ὅσοι ἦσαν ὡς αὐτὸς τεθλιμμένοι, εἰς τὸν ναΐσκον αὐτὸν τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας, ἤρχοντο τὰς ἡμέρας αὐτὰς νὰ εὕρωσι, διὰ τῆς ἐγκρατείας καὶ τῆς προσευχῆς καὶ τοῦ ἱεροῦ ᾄσματος, ἀναψυχὴν καὶ παραμυθίαν… Τὸν παλαιὸν καιρόν, πρὸ τοῦ Εἰκοσιένα, ὅταν τὸ σήμερον ἔρημον καὶ κατηρειπωμένον χωρίον ἐκατοικεῖτο ἀκόμη, ὅλοι οἱ κάτοικοι καὶ τῶν δύο ἐνοριῶν ἤρχοντο εἰς τὸν ναὸν τῆς Πρέκλας, ὅστις ἦτο ἁπλοῦν παρεκκλήσιον, ν᾿ ἀκούσωσι τὰς ψαλλομένας Παρακλήσεις, καθ᾿ ὅλον τὸν Δεκαπενταύγουστον…

Ἄφησεν εἰς τὴν ἄκρην τὸ τσιμπούκι, τὸ ὁποῖον εἶχε σβήσει ἤδη ἀνεπαισθήτως, ἐν μέσῳ τῆς ἀλλοφροσύνης καὶ τῶν ρεμβασμῶν τοῦ καπνιστοῦ, καὶ ἀκουσίως ἤρχισε νὰ ὑποψάλλῃ.

Ἔλεγε τὸν Μέγαν Παρακλητικὸν κανόνα τὸν εἰς τὴν Παναγίαν, ὅπου διεκτραγῳδοῦνται τὰ παθήματα καὶ τὰ βάσανα μιᾶς ψυχῆς, καὶ τὴν σειρὰν ὅλην τῶν κατανυκτικῶν ὕμνων, ὅπου εἷς βασιλεὺς Ἕλλην, διωγμένος, πολεμημένος, στενοχωρημένος, ἀπὸ Λατίνους καὶ Ἄραβας καὶ τοὺς ἰδικούς του, διεκτραγῳδεῖ πρὸς τὴν Παναγίαν τοὺς ἰδίους πόνους του, καὶ τοὺς διωγμοὺς ὅσους ὑπέφερεν ἀπὸ τὰ στίφη τῶν βαρβάρων, τὰ ὁποῖα ὀνομάζει νέφη.

Εἶτα, κατὰ μικρόν, ἀφοῦ εἶπεν ὅσα τροπάρια ἐνθυμεῖτο ἀπὸ στήθους, ὕψωσεν ἀκουσίως τὴν φωνήν, καὶ ἤρχισε νὰ μέλπῃ τὸ ἀθάνατον ἐκεῖνο:

«Ἀπόστολοι ἐκ περάτων, συναθροισθέντες ἐνθάδε,
Γεθσημανῇ τῷ χωρίῳ, κηδεύσατέ μου τὸ σῶμα.
 Καὶ σύ, Υἱὲ καὶ Θεέ μου, παράλαβέ μου τὸ πνεῦμα».

… Καὶ εἶτα προσέτι, παρεκάλει διὰ τοῦ ᾄσματος τὴν Παναγίαν, νὰ εἶναι μεσίτρια πρὸς τὸν Θεόν, «μὴ μοῦ ἐλέγξῃ τὰς πράξεις, ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων…» Ὤ, αὐτὸ εἶχε τὴν δύναμιν καὶ τὸ προνόμιον νὰ κάμνῃ πολλὰ ζεύγη ὀφθαλμῶν νὰ κλαίωσι τὸν παλαιὸν καιρόν, ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἔκλαιον ἀκόμη ἑκούσια δάκρυα ἐκ συναισθήσεως…

Ὁ γερο-Φραγκούλας ἐπίστευε καὶ ἔκλαιεν… Ὤ, ναί, ἦτον ἄνθρωπος ἀσθενής· ἠγάπα καὶ ἡμάρτανε καὶ μετενόει… Ἠγάπα τὴν θρησκείαν, ἠγάπα καὶ τὴν σύζυγον καὶ τὰ τέκνα του, ἐπόθει ἀκόμη τὸν συζυγικὸν βίον, ἐπόθει καὶ τὸν βίον τὸν μοναχικόν. Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον εἶχεν ἀγαπήσει ἐξ ὅλης καρδίας τὴν Σινιωρίτσαν του… καὶ τὴν ἠγάπα ἀκόμη. Ἀλλ᾿ ὅσον τρυφερὸς ἦτο εἰς τὸν ἔρωτα, τόσον εὐεπίφορος εἰς τὸ πεῖσμα, καὶ τόσον γοργὸς εἰς ὀργήν. Ὤ! ἀτέλειαι τῶν ἀνθρώπων.

Τώρα, εἰς τοὺς τελευταίους χρόνους, εἶχε γνωρίσει ἀκόμη καὶ τὴν οἰκονομικὴν στενοχωρίαν, τὸ παράπονον τῆς ξεπεσμένης ἀρχοντιᾶς, τὰς πιέσεις καὶ τὰς ἀπειλὰς τῶν τοκογλύφων. «Τὸ διάφορο, κεφάλι*! τὸ διάφορο, κεφάλι!» Ἐπὶ τέσσαρας ἐνιαυτοὺς ἦτο ἀφορία, αἱ ἐλαῖαι δὲν ἐκαρποφόρησαν· ὁ καρπὸς εἶχε προσβληθῆ ἀπὸ ἄγνωστον ἀσθένειαν, διὰ τὰς ἁμαρτίας τῶν ἰδιοκτητῶν. Εἶχαν κιτρινίσει καὶ μαυρίσει αἱ ἐλαῖαι, καὶ ἦσαν γεμᾶται ἀπὸ βοῦλες, καὶ εἶχαν πέσει ἄκαιρα. Τόσα «ὑποστατικά», τόσα «μούλκια»*, τόσο «βιός», ἀγύριστα* κτήματα, σχεδὸν τσιφλίκια, ἠπειλοῦντο νὰ περιέλθωσιν εἰς χεῖρας τῶν τοκογλύφων. ― Ἐγέννα ἢ ὄχι ἡ γῆ, ἐκαρποφόρουν ἢ ὄχι τὰ δένδρα, ὁ τόκος δὲν ἔπαυε. Τὰ κεφάλαια «ἔτικτον». Ἔπαυσε νὰ τίκτῃ ἡ γόνιμος (ὅπως λέγει ὁ Ἅγ. Βασίλειος), ἀφοῦ τὰ ἄγονα ἤρχισαν κ᾿ ἐξηκολούθουν νὰ τίκτουν…

Ἀνελογίζετο αὐτά, κ᾿ ἔκλαιεν ἡ ψυχή του. Δὲν ἤλπιζε πλέον, οὔτε ηὔχετο σχεδόν, νὰ ἤρχετο ἡ Σινιωρίτσα αὔριον, εἰς τὴν πανήγυριν, ὅπως ἤρχετο τακτικὰ κάθε χρόνον, ἄλλοτε, ὅταν ἦσαν «μονοιασμένοι» ― ὅπως εἶχεν ἔλθει καὶ ἅπαξ, εἰς καιρὸν ὁποὺ εὑρίσκοντο χωρισμένοι, πρὸ δεκαπέντε ἐτῶν… Τώρα μόνον ἡ ψυχὴ τῆς Κούμπως, τῆς ἀθῴας μικρᾶς παρθένου, εἴθε νὰ παρίστατο ἀοράτως εἰς τὴν πανήγυριν, ἀγαλλομένη.

Ὤ! ἄλλοτε, πρὸ δεκαπέντε ἐτῶν, πρὶν γεννηθῇ ἀκόμη ἡ Κούμπω ― ναί, ἡ Παναγία εἶχε δωρήσει τὸ ἁβρὸν ἐκεῖνο ἄνθος εἰς τὸν Φραγκούλην καὶ τὴν Σινιώραν, καὶ ἡ Παναγία πάλιν τὸ εἶχε δρέψει καὶ τὸ εἶχεν ἀναλάβει πλησίον της, πρὶν μολυνθῇ ἐκ τῆς ἐπαφῆς τῶν ματαίων τοῦ κόσμου… Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον εἶχε συμβῆ ὁ πρῶτος χωρισμός, τὸ πρῶτον πεῖσμα, τὸ πρῶτον κάκιωμα μεταξὺ τῶν συζύγων. Καὶ ὁ Φραγκούλης, θυμώδης, ὀξύχολος, δριμύς, εἶχεν ἀναβῆ, ὅπως τώρα, ἀπὸ τὴν πολίχνην τὴν κατοικημένην εἰς τὸ παλαιὸν χωρίον τὸ ἔρημον, τοῦ ὁποίου ἐσώζοντο τότε ἀκόμη ὀλίγισται οἰκίαι, καὶ δὲν ἦτο ἐρείπιον ὅλον, ὅπως σήμερον. Καὶ καθὼς τώρα, εἶχεν ἔλθει δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας πρὸ τῆς ἑορτῆς εἰς τὸ παρεκκλήσιον τῆς Πρέκλας, ἐκάθητο δὲ εἰς τὰ πρόθυρα τοῦ ναΐσκου κ᾿ ἐκάπνιζε τὸ μακρὸν τσιμπούκι μὲ τὸ ἠλέκτρινον ἐπιστόμιον. Πλὴν τότε τὸ φέσι του ἦτο κατακόκκινον, καὶ τώρα ἐφόρει μαῦρον σκοῦφον… Καὶ τότε ὁ Φραγκούλης ἦτον σαράντα χρόνων, καὶ τώρα ἦτον πενηνταπέντε… Τότε ἔτρεφε πεῖσμα καὶ χολήν, ἀλλ᾿ εἶχε πολὺ περισσότερον καὶ βαθύτερον συζυγικὸν ἔρωτα, καὶ μόνον νύξιν ἤθελεν· ἦτον ἕτοιμος νὰ συγχωρήσῃ· καὶ ν᾿ ἀγαπήσῃ… Ἀλλὰ τώρα δὲν ἔχει πλέον οὔτε πεῖσμα σχεδὸν οὔτε ὀργήν, ἠγάπα τὴν Σινιώραν, τὴν ἐπόνει, ἀλλ᾿ ἔκλαιε πολὺ περισσότερον διὰ τὸ θυγάτριόν του, τὸ Κουμπώ, «τὸ καημένο, τὸ εὐάγωγο!»

Ἐκείνην τὴν φοράν, ὁ παπα-Νικόλας, ἅμα ἔφθασε τὴν παραμονήν, ἀκολουθούμενος ἀπὸ πλῆθος προσκυνητῶν διὰ τὴν πανήγυριν, ἐστάθη πλησίον τῆς θύρας τοῦ ναοῦ, παρὰ τὴν γωνίαν, καὶ τοῦ εἶπε μυστηριωδῶς:

― Θά ᾽χῃς μουσαφιρλίκια, θαρρῶ.

― Τί τρέχει, παπά; ἠρώτησε μειδιῶν ὁ Φραγκούλας, ὅστις ἐμάντευσε πάραυτα.

― Θὰ σοῦ ἔλθῃ τ᾿ ἀσκέρι… Κοίταξε, Φραγκούλη, φρόνιμα, χωρὶς πείσματα…

Ὁ παπάς, ἀσκέρι λέγων, ἐννοοῦσε προφανῶς τὴν οἰκογένειαν τοῦ Φραγκούλα· ἀλλὰ τάχα μόνον τὰ παιδία τὰ δύο μεγαλύτερα ἐκ τῶν τεσσάρων; ― καθόσον τὰ ἄλλα δύο τὰ μικρά, δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ κουβαληθοῦν εἰς διάστημα τριῶν ὡρῶν ὁδοιπορίας χωρὶς τὴν μητέρα των. Ὁ Φραγκούλης ἠθέλησε νὰ βεβαιωθῇ.

― Θά ᾽ρθῃ μαζὶ κ᾿ ἡ μάννα τους;

― Βέβαια… πιστεύω, εἶπεν ὁ παπάς.

*
* *

Τῷ ὄντι, ὅταν ἐβράδιασε καλά, καὶ ἤρχισε νὰ σκοτεινιάζῃ, ἡ κυρα-Σινιώρα ἦλθε, μαζὶ μὲ τὴν γραῖαν μητέρα της, καὶ μὲ τὰ τέσσαρα παιδιά της, ἐν συνοδίᾳ καὶ ἄλλων προσκυνητριῶν, γειτονισσῶν ἢ συγγενῶν της. Ἀπὸ πολλῶν μηνῶν δὲν εἶχεν ἰδεῖ τὸν σύζυγόν της, ὅστις εἶχε κατοικήσει χωριστά, ― εἰς εὐτελὲς δωμάτιον, χάριν ταπεινώσεως, τὸ ὁποῖον ὠνόμαζε «τὸ κελλί του», καὶ ἔζη ἀπὸ μηνῶν ὡς καλόγηρος. Ἐπλησίασε δειλή, κάτω νεύουσα· ὁ Φραγκούλης ἵστατο ἐκεῖ, παραπέρα ἀπὸ τὴν θύραν τῆς ἐκκλησίας, κ᾿ ἔκαμνε πὼς ἔβλεπεν ἀλλοῦ, καὶ πὼς ἐπρόσεχεν εἴς τινα ὁμιλίαν περὶ ἀγροτικῶν ὑποθέσεων, μεταξὺ δύο ἢ τριῶν χωρικῶν.

Ἡ Σινιώρα εἰσῆλθεν εἰς τὸν ναΐσκον, ἐπροσκύνησεν, ἐκόλλησε κηρία, καὶ ἠσπάσθη τὰς εἰκόνας. Εἶτα, μετά τινα ὥραν, ἐξῆλθεν. Ἐπλησίασε συνεσταλμένη, κ᾿ ἐχαιρέτισε τὸν σύζυγόν της. Οὗτος ἔτεινε πρὸς αὐτὴν τὴν χεῖρα, καὶ ἠσπάσθη φιλοστόργως τὰ τέκνα του.

Ἤδη ἐνύκτωνε, καὶ ἐψάλη ὁ Μικρὸς Ἑσπερινός. Ἀκολούθως, μετὰ τὸ λιτὸν σαρακοστιανὸν τὸ ὁποῖον ἔφαγον κατὰ ὁμάδας καθίσαντες οἱ διάφοροι προσκυνηταί, ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ, ἐπὶ τῶν χόρτων καὶ τῶν ἐρειπίων, ὁ Φραγκούλης ἡτοίμασεν ἰδιοχείρως ξύλινον σήμαντρον, πρόχειρον, κατὰ μίμησιν ἐκείνων τὰ ὁποῖα συνηθίζονται εἰς τὰ μοναστήρια, καὶ φέρων τρεῖς γύρους περὶ τὸν ναόν, τὸ ἔκρουσε μόνος του, πρῶτον εἰς τροχαϊκὸν ρυθμόν, «τὸν Ἀδάμ, Ἀδάμ, Ἀδάμ!» εἶτα εἰς ἰαμβικόν, «τὸ τάλαντον! τὸ τάλαντον!»

Εὐθὺς τότε, τὰ δύο παιδία τοῦ Φραγκούλα, καὶ πέντε ἢ ἓξ ἄλλοι μικροὶ μοσχομάγκαι, ἀνερριχήθησαν ἐπάνω εἰς τὴν στέγην τοῦ ναοῦ, ἄνωθεν τῆς θύρας, καὶ ἤρχισαν νὰ βαροῦν τρελά, ἀλύπητα, ἀχόρταστα, τὸν μικρὸν μισορραγισμένον κώδωνα, τὸν κρεμάμενον ἀπὸ δύο διχαλωτῶν ξύλων ἐκεῖ ἐπάνω. Ὕστερον ἀπὸ πολλὰς φωνάς, μαλώματα καὶ ἐπιπλήξεις τοῦ Φραγκούλα, τοῦ μπαρμπα-Δημητροῦ τοῦ ψάλτου, καὶ τοῦ Παναγιώτου τῆς Ἀντωνίτσας (ἑνὸς καλοῦ χωρικοῦ, ὅστις δὲν ἐκουράζετο νὰ τρέχῃ εἰς ὅλα τὰ ἐξωκκλήσια, καὶ νὰ κάμνῃ «κουμάντο», ἑωσοῦ ἐπὶ τέλους ἡ Δημαρχία ἠναγκάσθη νὰ τὸν ἀναγνωρίσῃ ὡς ἰσόβιον ἐπίτροπον ὅλων τῶν ἐξοχικῶν ναῶν), τὰ παιδία μόλις ἔπαυσαν ὀψέποτε νὰ κρούουν τὸν κώδωνα, κ᾿ ἐξεκόλλησαν τέλος ἀπὸ τὴν στέγην τοῦ ναΐσκου. Ὁ παπα-Νικόλας ἔβαλεν εὐλογητόν, καὶ ἤρχισεν ἡ ἀκολουθία τῆς Ἀγρυπνίας.

Ὁ Φραγκούλας ἦτο τόσον εὐδιάθετος ἐκείνην τὴν ἑσπέραν, ὥστε ἀπὸ τοῦ «Ἐλέησόν με ὁ Θεός», τῆς ἀρχῆς τοῦ Ἀποδείπνου, μέχρι τοῦ «Εἴη τὸ ὄνομα», εἰς τὸ τέλος τῆς Λειτουργίας ―ὅπου ἡ παννυχὶς διήρκεσεν ὀκτὼ ὥρας ἄνευ διαλείμματος― ὅλα τὰ ἔψαλε καὶ τὰ ἀπήγγειλε μόνος του ἀπὸ τοῦ δεξιοῦ χοροῦ, μόλις ἐπιτρέπων εἰς τὸν κὺρ Δημητρόν, τὸν κάτοχον τοῦ ἀριστεροῦ χοροῦ, νὰ λέγῃ κι αὐτὸς ἀπὸ κανένα τροπαράκι, διὰ νὰ ξενυστάξῃ. Ἔψαλε τὸ «Θεαρχίῳ νεύματι» καὶ εἰς τοὺς ὀκτὼ ἤχους μοναχός του, προφάσει ὅτι ὁ κὺρ Δημητρὸς «δὲν εὕρισκεν εὔκολα τὸν ἦχον», ἤτοι δὲν ἠδύνατο νὰ μεταβῇ ἀβιάστως καὶ ἄνευ χασμωδίας ἀπὸ ἤχου εἰς ἦχον. Εἰς τὸ τέλος τοῦ Ἑσπερινοῦ, μοναχός του ἐδιάβασε τὸ Συναξάρι, καί, χωρὶς νὰ πάρῃ ἀνασασμόν, μοναχός του πάλιν ἤρχισε τὸν Ἑξάψαλμον. Ἔψαλε Καθίσματα, Πολυελέους, Ἀναβαθμοὺς καὶ προκείμενα, εἶτα ὅλον τὸ «Πεποικιλμένη» ἕως τὸ «Συνέστειλε χορός», καὶ ὅλον τὸ «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου» ἕως τὸ «Δέχου παρ᾿ ἡμῶν». Εἶτα ἔψαλεν Αἴνους, Δοξολογίαν, ἐδιάβασεν Ὥρας καὶ Μετάληψιν, πρὸς χάριν ὅλων τῶν ἡτοιμασμένων διὰ τὴν Θείαν Κοινωνίαν, καὶ εἰς τὴν Λειτουργίαν πάλιν ὅλα, Τυπικά, Μακαρισμούς, Τρισάγιον, τὸ Χερουβικόν, τὸ «Αἱ γενεαὶ πᾶσαι», τὸ Κοινωνικόν, κτλ. κτλ.

Ὅλα αὐτὰ τὰ ἐνθυμεῖτο ἀκόμη, ὡς νὰ ἦτον χθές, ὁ γερο-Φραγκούλας, καὶ εἶχον παρέλθει δεκαπέντε ἔτη ἔκτοτε. Ἀκόμη καὶ μικρά τινα φαιδρὰ ἐπεισόδια, τὰ ὁποῖα συνέβησαν εἰς τὴν Λιτήν, μικρὸν πρὸ τοῦ μεσονυκτίου, κατὰ τὴν ἔξοδον τῆς ἱερᾶς εἰκόνος εἰς τὸ ὕπαιθρον. Ἐπειδὴ αἱ γυναῖκες εἶχαν κολλήσει πολλὰ καὶ χονδρὰ κηρία, τὰ πλεῖστα ἔργα αὐτῶν τῶν ἰδίων χειρομάλακτα, τὰ δὲ κηρία συμπλεκόμενα εἰς δέσμας καὶ περιπλοκάδας ἀπὸ τὸν Παναγιώτην τῆς Ἀντωνίτσας, τὸν πρόθυμον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἱερᾶς πανηγύρεως, εἶχαν λαμπαδιάσει, εἰς μίαν στιγμὴν ὀλίγον ἔλειψε νὰ πάρῃ φωτιὰν τὸ φελόνι τοῦ παπᾶ, εἶτα καὶ τὸ γένειόν του. Τότε ὁ Παναγιώτης τῆς Ἀντωνίτσας, μὴ εὑρίσκων ἄλλο προχειρότερον μέσον, ἥρπαζε τὰς ὀγκώδεις δέσμας τῶν φλεγόντων κηρίων, τὰς ἔφερε κάτω εἰς τὸ ἔδαφος, κ᾿ ἐπάτει δυνατὰ μὲ τὰ τσαρούχια του διὰ νὰ τὰ σβήσῃ. Αἱ γυναῖκες δυσφοροῦσαι ἐγόγγυζον, νὰ μὴν πατῇ τὰ κηριά, γιατὶ εἶναι κρῖμα.

Τότε εἷς τῶν παρεστώτων, υἱὸς πλουσίου τοῦ τόπου, ἀπὸ ἐκείνους οἵτινες εἰς τὸ ὕστερον κατέστησαν δανεισταὶ τοῦ Φραγκούλα ―καὶ ὅστις ἐλέγετο ὅτι ἐμελέτα εἰς τὰς ἐκλογὰς νὰ βάλῃ κάλπην ὡς ὑποψήφιος δήμαρχος― ἠκούσθη νὰ λέγῃ ὅτι πρέπει νὰ μάθουν νὰ κάμνουν «οἰκονομία, οἰκονομία στὰ κηριά! ἡ νύχτα μεγαλώνει… ἰσημερία τώρα, κοντεύει… ἔχει νύχτα…»

Ἀλλ᾿ αἱ γυναῖκες, ἐνῷ ἤξευραν, καλύτερα ἀπὸ ἐκεῖνον, ὅλας τὰς οἰκονομίας τοῦ κόσμου, δὲν ἐννοοῦσαν τί θὰ πῇ «οἰκονομία στὰ κηριά», ἀφοῦ ἅπαξ εἶναι ἀγορασμένα καὶ πληρωμένα, καὶ εἶναι μελετημένα καὶ ταμένα ἐξ ἅπαντος νὰ καοῦν, διὰ τὴν χάριν τῆς Παναγίας. Μία ἀπ᾿ αὐτάς, γερόντισσα, ἀνεπόλησε κάτι τι δι᾿ ἕνα θαῦμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀκούσει ἀπὸ τὸ συναξάρι τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, ὅπου ὁ Ἅγιος, εἰς τὴν Σαλονίκην, ἐπέπληξεν αὐστηρῶς τὸν νεωκόρον, ἔχοντα τὴν μανίαν νὰ σβήνῃ μισοκαμένα τὰ κηριά ― καὶ ἡ γερόντισσα ἤρχισε νὰ τὸ διηγῆται χθαμαλῇ τῇ φωνῇ εἰς τὴν πλησίον της: «Ἀδελφὲ Ὀνήσιμε, ἄφες νὰ καοῦν τὰ κηρία, ὅσα προσφέρουν οἱ χριστιανοί, καὶ μὴ ἁμαρτάνῃς…»

Τὴν ἰδίαν ὥραν συνέβη καὶ τοῦτο. Ἐνῷ ὁ παπὰς ἀπήγγελλε τὰς μακρὰς αἰτήσεις τῆς Λιτῆς, ἐπισυνάπτων καὶ τὰ ὀνόματα ὅλα, ζωντανὰ καὶ πεθαμένα, ὅσα τοῦ εἶχον ὑπαγορεύσει ἀφ᾿ ἑσπέρας αἱ εὐλαβεῖς προσκυνήτριαι, ὁ Φραγκούλης ἔψαλλε μεγαλοφώνως τὸ τριπλοῦν «Κύριε Ἐλέησον» μὲ τὴν χονδρὴν φωνήν του, καὶ μὲ ὅλον τὸ πάθος τῆς ψαλτικῆς του. Τότε ὁ μπαρμπα-Δημητρός, ὅστις ἐφαίνετο νὰ εἶχε πειραχθῆ ὀλίγον, ἴσως διότι ὁ Φραγκούλας ἐν τῇ ψαλτομανίᾳ του δὲν τοῦ ἐπέτρεπε νὰ πῇ κ᾿ ἐκεῖνος ἕνα τροπαράκι σωστό (διότι ἅμα ἤρχιζεν ὁ Δημητρὸς τὸ δικό του, ὁ Φραγκούλας, μὲ τὴν γερήν, κεφαλικὴν φωνήν του, ἐκθύμως συνέψαλλε, τοῦ ἥρπαζε τὴν πρωτοφωνίαν, καὶ ὑπέτασσε καὶ ἐκάλυπτε τὴν ἀσθενῆ καὶ τερετίζουσαν φωνὴν ἐκείνου), ἔλαβε τὸ θάρρος νὰ τοῦ κάμῃ παρατήρησιν.

― Πιὸ σιγά, πιὸ ταπεινά, κὺρ Φραγκούλη· σιγανώτερα νὰ τὸ λὲς τὸ Κύριε ἐλέησον, γιατὶ δὲν ἀκούονται τὰ ὀνόματα, καὶ θέλουν οἱ γυναῖκες νὰ τ᾿ ἀκοῦνε.

Εἶχε κάπως δίκαιον, διότι πράγματι αἱ γυναῖκες ἀπῄτουν νὰ λέγωνται ἐκφώνως τὰ ὀνόματα, ὅσα εἶχαν εἰπεῖ εἰς τὸν παπὰν νὰ γράψῃ. Ἐννοοῦσαν νὰ τ᾿ ἀκούῃ κι ὁ Θεὸς κ᾿ ἡ Παναγία κι ὅλος ὁ κόσμος. Ἡ καθεμία ἤθελε ν᾿ ἀκούσῃ «τὰ δικά της τὰ ὀνόματα», καὶ νὰ τ᾿ ἀναγνωρίσῃ, καθὼς ἀπηγγέλλοντο ἀραδιαστά. Ἄλλως θὰ εἶχαν παράπονα κατὰ τοῦ παπᾶ, κι ὁ παπὰς ἂν ἤθελε νὰ φάγῃ κι ἄλλοτε, εἰς τὸ μέλλον, προσφορές, ὤφειλε νὰ τὰ ἔχῃ καλὰ μὲ τὶς ἐνορίτισσες.

Τότε ἡ Ἀργυρή, ἡ πρωτότοκος τοῦ Φραγκούλα, οὖσα τότε δωδεκαέτις, πονηρά, θυμόσοφος κορασίς, καθὼς ἔστεκε πλησίον εἰς τὸν πατέρα της, ἐψήλωσεν ὀλίγον διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ οὖς του, καὶ τοῦ λέγει κρυφά:

― Πατέρα, ἄφησε καὶ τὸν μπαρμπα-Δημητρὸ νὰ ψάλῃ «Κύριε ἐλέησον».

Τοῦτο ἦτο ὡς ἔμπνευσις καὶ βοήθημα διὰ τὸν Φραγκούλην. Ἐπειδὴ οὗτος δὲν ἤθελε φανερὰ νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν σχεδὸν αὐθάδη παραίνεσιν τοῦ Δημητροῦ, καὶ πάλιν δὲν ἤθελε νὰ δείξῃ ὅτι ἐθύμωσεν, ἐστράφη πρὸς τὸν καλὸν γέροντα, καὶ τοῦ λέγει:

― Πέ, Δημητρό, σαράντα φορὲς τὸ «Κύριε ἐλέησον».

Τότε ὁ μπαρμπα-Δημητρός, ὅστις ἂν καὶ εἶχε γηράσει, δὲν εἶχε μάθει ἀκόμη καλὰ τὰ Τυπικά, καὶ δὲν ἤξευρεν ἀκριβῶς πότε κατὰ τὴν Λιτὴν τὸ Κύριε ἐλέησον λέγεται τρὶς καὶ πότε τεσσαρακοντάκις, ἤρχισε πράγματι νὰ τὸ ψάλλῃ σαράντα φορές, ὥστε ὁ παπὰς ἐβιάσθη ν᾿ ἀπαγγείλῃ ραγδαίως καὶ ἀθρόα τὰ τελευταῖα ὀνόματα, καί, διὰ νὰ εἶναι σύμφωνος μὲ τὸν ψάλτην, ἤρχισε πρὸ τῆς ὥρας νὰ λέγῃ: «…ὑπὲρ τοῦ διαφυλαχθῆναι… ἀπὸ λιμοῦ, λοιμοῦ, σεισμοῦ, καταποντισμοῦ, πυρός, μαχαίρας» καὶ τὰ ἑξῆς.

*
* *

Τέλος, μετὰ τὴν λειτουργίαν, ὁ παπάς, ὁ Φραγκούλας καὶ ἡ οἰκογένειά του, καὶ ὀλίγοι φίλοι, ἐκάθισαν κ᾿ ἔφαγαν ὁμοῦ καὶ ηὐφράνθησαν, καὶ τὴν ἑσπέραν ὁ Φραγκούλης ἐπανήρχετο, εἰρηνικῶς καὶ μὲ ἀγάπην, μετὰ τῆς συζύγου καὶ τῶν τέκνων του, ὑπὸ τὴν οἰκιακὴν στέγην.

Πρὶν παρέλθῃ ἔτος, ἐγεννήθη ἡ Κούμπω. Ἡ κόρη αὕτη, πλάσμα χαριτωμένον καὶ συμπαθές, ἀνετρέφετο καὶ ἡλικιοῦτο, ἐγίνετο τὸ χάρμα καὶ ἡ παρηγορία τοῦ πατρός της. Δὲν εἶχε μόνον νοημοσύνην πρώιμον, ἀλλὰ κάτι ἄλλο παράδοξον γνώρισμα, οἱονεὶ χαρακτῆρα φρονίμου γυναικὸς εἰς ἡλικίαν παιδίσκης. Ὕστερον, μετὰ χρόνους, ὅταν ἐπῆλθεν ὁ δεύτερος χωρισμός, ἡ Κούμπω, ὀκταέτις τότε, ἔτρεχε πλησίον τοῦ πατρός της, εἰς τὸ «κελλί του», ὅπου κατῴκει εἰς τὴν ἀνωφερῆ ἐσχατιὰν τῆς πολίχνης, καὶ τὸν ἐγέμιζε περιποιήσεις καὶ τρυφερότητας.

Αὐτὴ μόνη ἐδέχετο προθύμως τοὺς πατρικοὺς χαλινούς, ἐνῷ τὰ ἄλλα τέκνα δὲν ἤρχοντο ποτὲ πλησίον τοῦ πατρός των, καὶ διὰ τοῦτο ἐκεῖνος τὴν ὠνόμαζε «τὸ εὐάγωγο». Καθημερινῶς ἔτρεχε νὰ τὸν εὕρῃ, καὶ δὲν ἔπαυε νὰ τὸν παρακαλῇ:

―Ἔλα, πατέρα, στὸ σπίτι· μὴ μᾶς ἀφήσῃς, λέγ᾿ ἡ μητέρα, ζωνταρφανά*.

Μίαν τῶν ἡμερῶν ἔτρεξε δρομαία, φαιδρά, καὶ πνευστιῶσα τοῦ εἶπε:

― Τά ᾽μαθες, πατέρα;… Θὰ παντρέψουμε τ᾿ Ἀργυρώ μας… Ἔλα στὸ σπίτι, γιατὶ δὲν εἶναι πρέπο, λέγει ἡ μητέρα, νὰ εἶστε χωρισμένοι ἐσεῖς, ποὺ θὰ παντρευτῇ τ᾿ Ἀργυρώ μας… γιὰ νὰ μὴν κακιώση ὁ γαμπρός!…

Τῷ ὄντι ὁ Φραγκούλας ἐπείσθη, κ᾿ ἐφιλιώθη μὲ τὴν σύζυγόν του. Ἠρραβώνισαν τὴν Ἀργυρώ, εἶτα μετ᾿ ὀλίγους μῆνας τὴν ἐστεφάνωσαν… Εἶτα πάλιν ἐπῆλθε τρίτος χωρισμὸς μεταξὺ τοῦ παλαιοῦ ἀνδρογύνου, καὶ μ᾿ ἕνα γεροντόπαιδον μαζί, τὸ ὁποῖον ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον σχεδὸν συγχρόνως μὲ τὸν γάμον τῆς πρωτοτόκου.

Τότε ἡ Κούμπω, ἥτις εἶχε γίνει δεκατριῶν ἐτῶν, δὲν ἔπαυε νὰ τρέχῃ πλησίον τοῦ πατρός της, καὶ νὰ τὸν παρακινῇ ν᾿ ἀγαπήσῃ μὲ τὴν μητέρα.

Μίαν ἡμέραν, θλιβερὰ τοῦ εἶπε:

― Δὲν θὰ μπορῶ πλέον νά ᾽ρχωμαι οὔτε στὸ κελλί σου, πατέρα. Εἶναι κάτι κακὲς γυναῖκες, ἐκεῖ στὸ μαχαλά, στὸ δρόμο ποὺ περνῶ, καὶ τὶς ἄκουσα ποὺ λέγανε, καθὼς περνοῦσα: «Νά τὸ κορίτσι τῆς Φραγκούλαινας, ποὺ τὴν ἔχει ἀπαρατήσει ὁ ἄντρας της…» Δὲν τὸ βαστῶ πλέον, πατέρα…

Τῷ ὄντι παρῆλθον τρεῖς ἡμέραι, καὶ ἡ Κούμπω δὲν ἐφάνη εἰς τὸ κελλὶ τοῦ πατρός της. Τὴν τετάρτην ἡμέραν ἦλθε πολὺ ὠχρὰ καὶ μαραμένη, ἐφαίνετο νὰ πάσχῃ.

― Τί ἔχεις, κορίτσι μου; τῆς εἶπεν ὁ πατήρ της.

―Ἂν δὲν ἔλθῃς, πατέρα, τοῦ ἀπήντησεν ἀποτόμως αἴφνης, μὲ παράπονον καὶ μὲ πνιγμένα δάκρυα, νὰ ξεύρῃς, θὰ πεθάνω ἀπ᾿ τὸν καημό μου!…

―Ἔρχομαι, κορίτσι μου, εἶπεν ὁ Φραγκούλης.

Τῷ ὄντι, τὴν ἄλλην ἡμέραν ἐπῆγεν εἰς τὴν οἰκίαν. Ἀλλ᾿ ἡ νεαρὰ κόρη ἔπεσε πράγματι ἀσθενής, καὶ εἶχε δεινὸν πυρετόν. Ὅταν ὁ πατέρας ἦλθε παρὰ τὴν κλίνην της, καὶ τῆς ἀνήγγειλεν ὅτι ἔκαμεν ἀγάπην μὲ τὴν μητέρα της, διὰ νὰ χαρῇ, ἦτον ἀργὰ πλέον. Ἡ τρυφερὰ παιδίσκη ἐμαράνθη ἐξ ἀγνώστου νόσου, καὶ οὔτε φάρμακον οὔτε νοσηλεία ἴσχυσε νὰ τὴν ἀνακαλέσῃ εἰς τὸν πρόσκαιρον κόσμον. Ἐκοιμήθη χωρὶς ἀγωνίαν καὶ πόνον, ἐξέπνευσεν ὡς πουλί, μὲ τὴν λαλιὰν εἰς τὸ στόμα:

― Πατέρα! πατέρα! στὴν Παναγία νὰ κάμετε μιὰ λειτουργία… μὲ τὴν μητέρα μαζί…

Εἶπε καὶ ἀπέθανε.

Ὁ Φραγκούλης ἔκλαυσεν ἀπαρηγόρητα· ἔκλαυσεν ἀχόρταστα, ὁμοῦ μὲ τὴν σύζυγόν του… Κατόπιν ἀπεσύρθη, κ᾿ ἐξηκολούθησε νὰ κλαίῃ μόνος του, εἰς τὴν ἐρημίαν..

Ὁ τελευταῖος οὗτος χωρισμὸς ἦτον μᾶλλον φιλικὸς καὶ μὲ τὴν συναίνεσιν τῆς Σινιώρας, ἥτις ἔβλεπεν ὅτι ὁ γέρων σύζυγός της ἐπεθύμει μᾶλλον νὰ γίνῃ μοναχός. Ὁ Φραγκούλης ἐνθυμεῖτο τὴν τελευταίαν σύστασιν τῆς Κούμπως, «μὲ τὴν μητέρα μαζί». Μόνον ἓν παροδικὸν πεῖσμα τοῦ εἶχεν ἔλθει. Τοῦ ἐφάνη ὅτι αἱ ἴδιαι ἀδελφαί της, ἡ ὕπανδρος, καὶ ἡ ἄλλη ἡ δευτερότοκος, δὲν τὴν ἐλυπήθησαν ὅσον ἔπρεπε, δὲν τὴν ἐπένθησαν ὅσον τῆς ἤξιζε, τὴν ἀτυχῆ μικράν, τὴν Κούμπω. Ἔκτοτε ἐξηκολούθει νὰ ζῇ ὁλομόναχος πάλιν, τώρα, «ἐπὶ γήραος οὐδῷ». Καὶ ἐνθυμεῖτο τὸν στίχον τοῦ Ψαλτηρίου: «Μὴ ἀπώσῃ με εἰς καιρὸν γήρως… καὶ ἕως γήρως καὶ πρεσβείου μὴ ἐγκαταλίπῃς με».

Καὶ τὴν ἡμέραν αὐτήν, τὴν παραμονὴν τῆς Κοιμήσεως πάλιν, τὸν εὑρίσκομεν νὰ κάθηται εἰς τὸ προαύλιον τοῦ ναΐσκου, καὶ νὰ καπνίζῃ μελαγχολικῶς τὸ τσιμπούκι του, μὲ τὸν ἠλέκτρινον μαμέν… ἀναλογιζόμενος τόσα ἄλλα καὶ τοὺς ὀχληροὺς δανειστάς του, οἱ ὁποῖοι τοῦ εἶχαν πάρει ἐν τῷ μεταξὺ τὸ καλύτερον κτῆμα· ἕνα ὁλόκληρον βουνόν, ἐλαιῶνα, ἄμπελον, ἀγρὸν μὲ ὀπωροφόρα δένδρα, μὲ βρύσιν, μὲ ρέμα καὶ νερόμυλον … καὶ νὰ ἐκχύνῃ τὰ παράπονά του εἰς θρηνώδεις μελῳδίας πρὸς τὴν Παναγίαν.

«Ἐκύκλωσαν αἱ τοῦ βίου με ζάλαι, ὥσπερ μέλισσαι κηρίον, Παρθένε…»

Κ᾿ ἐπόθει ὁλοψύχως τὸν μοναχικὸν βίον, ὀλίγον ἀργά, κ᾿ ἐπεκαλεῖτο μεγάλῃ τῇ φωνῇ τὸν «Γλυκασμὸν τῶν Ἀγγέλων, τῶν θλιβομένων τὴν χαράν», ὅπως ἔλθῃ εἰς αὐτὸν βοηθὸς καὶ σώτειρα·

«ἀντιλαβοῦ μου καὶ ῥῦσαι,
τῶν αἰωνίων βασάνων…»

(1906)

Πηγή (πρβλ.)
 
Last edited by a moderator:
#36
Ευχαριστώ για την παράθεση της πηγής. Λησμόνησα να την παραθέσω. Στην εξαιρετική αυτήν ιστοσελίδα για τον Παπαδιαμάντη μπορεί να βρει κανείς και άλλα σχετικά διηγήματα και άρθρα.
 
#38
Από την συλλογή ποιημάτων "Ως εν Παρόδω" του Κωνσταντίνου Ι. Δάλκου (Αθήνα, 2004), ξεχώρισα τα ακόλουθα ποιήματα :

"Μνήμη Δικαίου"
"Πεποικιλμένη"
"Ψαλμός ΛΖ ΄ "
"Αμφιθυμίες"

το " Ψαλμός ΛΖ' "
για καιρό ήταν καρφιτσωμένο στον χώρο που εργάζομαι...
Που μπορώ να βρώ το ως άνω βιβλίο?