06. «καὶ θείου ἀγγέλου συγκατάβασις» (ειρμός ζ΄ ωδής κανόνος Θεοφανείων)

Γιώργος Μ.

Γιώργος Μπάτζιος
Δεν είναι η συγκατάβαση με τη γνώριμή μας σημασία, αλλά η κατάβαση, η κάθοδος (του «θείου ἀγγέλου», δηλ. του άσαρκου Λόγου) μαζί τους.
Είναι η ίδια σημασία που εκφράζεται ρηματικώς σε ανάλογο ειρμό της η' ωδής:

«Λυτρωτὰ τοῦ παντὸς Παντοδύναμε,
τοὺς ἐν μέσῳ φλογὸς εὐσεβήσαντας,
συγκαταβὰς ἐδρόσισας, καὶ ἐδίδαξας μέλπειν.
[...]»

Για το ρ. συγκαταβαίνω υπάρχει βεβαίως και η αρχαία σημασία «σπεύδω προς βοήθειαν», αλλά αυτή θα απαιτούσε κάποιο συμπλήρωμα, ενώ εδώ έχουμε αμετάβατη χρήση. Η χρήση αυτή φαίνεται εναργέστερα στο γνωστό τροπάριο της Οκτωήχου (Κυριακή, β ήχου): «κατέβηκες μαζί μου στον Άδη»


Ἐκ χοὸς κατ' εἰκόνα με
τῇ χειρί σου ἔπλασας
καὶ συντριβέντα πάλιν δέ
εἰς χοῦν θανάτου δι' ἁμαρτίαν Χριστέ
συγκαταβὰς εἰς ᾅδην συνανέστησας.



Μια μεταφραστική απόπειρα για τον ειρμό

Νέους εὐσεβεῖς
καμίνῳ πυρὸς προσομιλήσαντας
διασυρίζον
πνεῦμα δρόσου
ἀβλαβεῖς διεφύλαξε
καὶ θείου ἀγγέλου συγκατάβασις·
ὅθεν ἐν φλογὶ δροσιζόμενοι
εὐχαρίστως ἀνέμελπον·
Ὑπερύμνητε,
ὁ τῶν πατέρων Κύριος
καὶ Θεὸς εὐλογητὸς εἶ.
Τους ευσεβείς νέους
που ενώθηκαν με την κάμινο του πυρός,
άνεμος δροσιάς σαν σύριγγα ηχώντας
αβλαβείς τους εφύλαξε,
κυρίως όμως η κάθοδος του θείου Αγγέλου μαζί τους·
γι’ αυτό και μες στις φλόγες δροσιζόμενοι
με χαρά υμνωδούσαν:
«Ὑπερύμνητε,
ὁ τῶν πατέρων Κύριος
καὶ Θεὸς εὐλογητὸς εἶ
».
 
Last edited:
Back
Top