ποδοκάκη, τομπροῦκι, μάτια

nektar

νεοαρχάριος
ἐκ τοῦ «Βίος καὶ μαρτύριον τοῦ ἁγίου νέου ὁσιομάρτυρος Ὀνουφρίου τοῦ ἐν Χίῳ ἀθλήσαντος» (4 Ἰαν. 1818)

«... Ὅθεν ὅλοι ἐξεβόησαν αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν πρέπει νὰ ζήσῃ πολλὴν ὥραν, καὶ εὐθὺς διέταξεν νὰ τὸν βάλωσιν εἰς τὴν φυλακήν, καὶ τοὺς πόδας του εἰς τὴν ποδοκάκην, ἕως δευτέρας διαταγῆς. Καὶ οὕτως ἐκβληθέντα ἔξω ἐῤῥάπισαν αὐτὸν καὶ διαφόρως ἐκάκωσαν, ἄχρις οὗ ἦλθεν ὁ ἀστυνόμος μετὰ τεσάρων κλητήρων, οἵτινες παραλαβόντες αὐτόν, ἔφερον εἰς τὴν φυλακὴν τοῦ Μουσελίμη, καὶ ἔβαλον αὐτὸν εἰς τὸ τομπρούκι εἰς τέσσερα μάτια. Μετ᾿ ὀλίγον δὲ ἔβαλον αὐτὸν εἰς τρία. Αὐτὸς δὲ ὁ μακάριος ἐκάθητο καὶ ἐπροσκύνει. Τότε καὶ τίς Ἀγαρηνὸς τῷ εἶπεν ὕβρεις τινάς. ...»

Πρόκειται γιὰ ὅρους τῆς ὀθωμανικῆς περιόδου (διοικητικοὺς/ποινικοὺς), ποὺ ἀπαντῶνται συχνὰ σὲ μαρτυρολόγια καὶ ἱστορικὰ κείμενα.

1. ποδοκάκη· ξύλινο κλεῖστρο ἢ σιδερένιο ὄργανο βασανισμοῦ/δεσμῶν (stocks - ὑποδύτες). Οἱ πόδες τοῦ κρατουμένου σφηνώνονταν μέσα καὶ ἀκινητοποιοῦνταν, προκαλῶντας πόνο καὶ ἐξευτελισμό.

2. τομπρούκι / τουμπρούκι· ἀπὸ τὸ τουρκικὸ tomruk. Σημαίνει δεσμωτήριον, φυλακὴ βαρέος τύπου, εἴτε χῶρο κρατήσεως μὲ δεσμὰ (ἰδίως γιὰ πόδια). Συχνὰ δηλώνει σκοτεινὸ καὶ σκληρὸ δεσμωτήριο.

3. μάτια (ἐντὸς φυλακῆς)· Τὰ «μάτια» εἶναι θηλιές/τρύπες/θέσεις δεσμῶν στὸ ξύλο ἢ στὸ σίδερο. Δηλώνουν βαθμὸ δεσμεύσεως καὶ βασανισμοῦ.
«εἰς τέσσερα μάτια» = δεμένος πολὺ σφιχτά (τέσσερα σημεῖα στερέωσης) | «εἰς τρία μάτια» = ἐλαφρῶς λιγότερο σκληρὴ δέσμευση.
 
Back
Top