Ο όρος «μέλος» και «μελωδία», ορισμός και διαφορές

Dimitri

Δημήτρης Κουμπαρούλης, Administrator
Staff member
#1
Με ενδιαφέρει να βρώ ορισμό/ούς του όρου «μέλος» σε σχέση με τον όρο «μελωδία». Είναι ακριβώς το ίδιο, διαφέρουν και πώς; Υπάρχουν επίσημες πηγές για αυτά στη μουσική (Ελληνική ή μη);

Ευχαριστώ πολύ.
 

Andrew Mellas

Νέο μέλος
#2
Πολύ ενδιαφέρον θέμα Δημήτρη. Η ετυμολογία της λέξης 'μέλος' φυσικά είναι αρχαία και η αρχική σημασία της λέξης είναι 'μέλος σώματος' και προέρχεται από το ινδοευρωπαϊκό τύπο mel που σημαίνει 'εξάρτημα'. Η λέξη μελωδία είναι ομόρριζη (μέλος + ωδή). Η άλλη σημασία της λέξης 'μελος' (μουσική σύνθεση) είναι υστερογενής και αναφέρεται κυρίως στη λυρική μουσική. Σχετικά με την διαφορά μεταξύ μέλους και μελωδίας, μέλος είναι το λυρικό άσμα και μελωδία είναι η ρυθμική διαδοχή μουσικών φθόγγων (άρα λοιπόν - συνώνυμα). Πολύ πιο ενδιαφέρουσα είναι η ετυμολογία της λέξης 'τραγούδι' (τράγος + ωδή)!
(βιβλιογραφία - λεξικό του Μπαμπινιώτη).
 

Zambelis Spyros

Παλαιό Μέλος
#4
Με ενδιαφέρει να βρώ ορισμό/ούς του όρου «μέλος» σε σχέση με τον όρο «μελωδία». Είναι ακριβώς το ίδιο, διαφέρουν και πώς; Υπάρχουν επίσημες πηγές για αυτά στη μουσική (Ελληνική ή μη);

Ευχαριστώ πολύ.
μέλος limb
(Show lexicon entry in LSJ Middle Liddell Slater Autenrieth) (search)
μέλος noun sg neut voc
μέλος noun sg neut acc
μέλος noun sg neut nom
Word frequency statistics




View this entry in a new window / back to top

μέλος , εος, τό,
A. limb, in early writers always in pl., Il.7.131, Pi.N. 1.47, etc. (κατὰ μέλος is corrupt for κατὰ μέρος in h.Merc.419); μελέων ἔντοσθε within my bodily frame, A.Pers.991 (lyr.), cf. Eu.265 (lyr.); κατὰ μέλη (-εα) limb by limb, like μελεϊστί, Pi.O.1.49, Hdt.1.119; “τὰ τοῦ σώματος μέλη καὶ μέρη” Pl.Lg.795e; μέλη ποιεῖν dismember, LXX 2 Ma.1.16: later in sg., AP9.141, Gal.UP12.3,al.; “ἡ κατὰ μέλος τομή” Str.2.1.30.
2. metaph., “ἐσμὲν . . ἀλλήλων μέλη” Ep.Rom.12.5, cf. 1 Ep.Cor.6.15.
3. features, form, “οὐκέτ᾽ ἐγὼ . . γονέων μ. ὄψομαι” BMus.Inscr.1077 (Sudan).
B. esp. musical member, phrase: hence, song, strain, first in h.Hom.19.16 (pl.), of the nightingale (the Hom. word being μολπή), cf. Thgn.761, etc.; “μέλη βοῶν ἄναυλα” S.Fr.699; esp. of lyric poetry, “τὸ Ἀρχιλόχου μ.” Pi.O.9.1; ἐν μέλεϊ ποιέειν to write in lyric strain, Hdt.5.95, cf. 2.135; “ἐν μέλει ἤ τινι ἄλλῳ μέτρῳ” Pl.R.607d, cf. D.H. Comp.11; “Ἀδμήτου μ.” Cratin.236; μέλη, τά, lyric poetry, choral songs, opp. Epic or Dramatic verse, Pl.R.379a, 607a, al.; [μ.] ἐκ τριῶν συγκείμενον, λόγου τε καὶ ἁρμονίας καὶ ῥυθμοῦ ib.398d.
b. lyric portion of the Comic παράβασις, Heph.Poëm.8.2.
2. music to which a song is set, tune, Arist.Po.1450a14; opp. ῥυθμός, μέτρον, Pl.Grg. 502c; opp. ῥυθμός, ῥῆμα, Id.Lg.656c; Κρητικόν, Καρικόν, Ἰωνικὸν μ., Cratin.222, Pl.Com.69.12,14: metaph., ἐν μέλει properly, correctly, “ἐν μ. φθέγγεσθαι” Pl.Sph.227d; παρὰ μέλος incorrectly, inopportunely, “πὰρ μ. ἔρχομαι” Pi.N.7.69; “παρὰ μ. φθέγξασθαι” Pl.Phlb.28b, Lg.696d; “παρὰ μέλος λαμπρύνεσθαι” Arist.EN1123a22, cf. EE1233a39.
3. melody of an instrument, “φόρμιγξ δ᾽ αὖ φθέγγοιθ᾽ ἱερὸν μ. ἠδὲ καὶ αὐλός” Thgn.761; “αὐλῶν πάμφωνον μ.” Pi.P.12.19; “πηκτίδων μέλη” S.Fr.241: generally, tone, “μ. βοῆς” E.El.756. [In h.Merc.502 θεὸς δ᾽ ὑπὸ καλὸν ἄεισεν must be read for θεὸς δ᾽ ὑπὸ μέλος ἄεισεν, and Ἕλλησιν δ᾽ ᾁδων μέλεα καὶ ἐλέγους is corrupt in Epigr. ap. Paus.10.7.6.]

http://www.perseus.tufts.edu/hopper/morph?l=μέλος&la=greek#lexicon

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

μελῳδία singing, chanting
(Show lexicon entry in LSJ Middle Liddell) (search)
μελῳδία noun sg fem nom attic doric aeolic
μελῳδία noun sg fem voc attic doric aeolic
μελῳδία noun dual fem acc
μελῳδία noun dual fem nom
μελῳδία noun dual fem voc
Word frequency statistics




View this entry in a new window / back to top

μελῳδ-ία , ἡ,
A. singing, chanting, E.Rh.923, etc.
II. chant, choral song, “μελῳδίας ποιητής” Pl.Lg.935e, cf. 812d; lullaby, ib.790e: generally, music, Phld.Mus.p.12 K.

http://www.perseus.tufts.edu/hopper...us:text:1999.04.0057:entry=melw|di/a-contents
 

Zambelis Spyros

Παλαιό Μέλος
#5
Bruno Snell (Die Entdeckung des Geistes, Göttingen 1975, 17)

Συμβουλή του Σνελλ:



Στην Αρχαϊκή Εποχή δεν γνώριζαν ότι είχαν σώμα, αλλά χέρι, πόδι, ανθρώπινα μέλη. Το σχέδιο δείχνει τη διαφορά . Γεωμετρική , και σημερινή απεικόνιση.
 

Attachments

Dimitri

Δημήτρης Κουμπαρούλης, Administrator
Staff member
#6
Ευχαριστώ, προφανώς ενδιαφέρομαι για το μουσικό όρισμό. Η χρήση των όρων είναι ενδιαφέρουσα π.χ. λέμε «το Βυζαντινό μέλος» σαν πιό γενικό και σπανιότερα «η Βυζαντινή μελωδία» που χρησιμοποιείται ίσως πιό ειδικά για ένα μουσικό απόσπασμα (;). Αν η μελωδία είναι η ωδή (το τραγούδισμα) του μέλους, τότε μέλος είναι η μουσική η ίδια. Αλλά μουσική είναι ακόμα γενικότερος όρος. Π.χ. μέλος δεν χρησιμοποιείται τυπικά για τη μουσική που παράγει π.χ. ένα κρουστό. Η διαφορά μέλους και μελωδίας φαίνεται να είναι δυσδιάκριτη στην πράξη.
 

Γιώργος Μ.

Παλαιόν μέλος
#7
Δημήτρη, με αφορμή την παρατήρηση του κ. Mellas σου παραθέτω ένα σχόλιο από το νεοεκδοθέν "Λεξικό Συνωνύμων και Αντωνύμων" του Γ. Μπαμπινιώτη (λ. μουσική), που σε κάποια σημεία του μπορεί να σε ενδιαφέρει.

μουσική – μελωδία – μέλος – σκοπός

Όπως στη γλώσσα υπάρχει το αφηρημένο σύστημα (λόγος) και η συγκεκριμένη εφαρμογή του στην επικοινωνία (ομιλία), το ίδιο περίπου μπορεί να συμβαίνει και στην τέχνη, ιδιαίτερα στην τέχνη των ήχων σε σχέση με τις επιμέρους εφαρμογές της. Οι πιο γνωστές σχετικές λέξεις, μουσική, μελωδία, μέλος, αναφέρονται σε τρία διαφορετικά πράγματα, από το γενικότερο στο ειδικότερο: α) την τέχνη των ήχων γενικά, β) τη συγκεκριμένη μουσική σύνθεση, γ) μεμονωμένη μελωδική γραμμή.

Στην πρώτη περίπτωση χρησιμοποιούνται οι λέξεις μουσική, μέλος, μελωδία. Η λέξη μουσική είναι ο πιο συνηθισμένος γενικός όρος για την «τέχνη των ήχων», την τέχνη τής οργάνωσής τους σε μορφές που παράγουν αισθητικό αποτέλεσμα (η μουσική εξημερώνει τα ήθη – μου αρέσει πολύ η μουσική). Επιπλέον, μπορεί να αναφέρεται σε ορισμένο είδος (ελαφρά / έντεχνη / παραδοσιακή / οργανική / εκκλησιαστική / λαϊκή / ευρωπαϊκή / βυζαντινή / κλασική / συμφωνική / ποπ μουσική). Το μέλος λέγεται με πολύ γενική σημασία, συνήθως σε αντιδιαστολή με τον λόγο (πβ. λόγος και μέλος στην αρχαία Ελλάδα). Η μελωδία, μολονότι επίσης μπορεί να αναφέρεται με γενικό τρόπο στην μουσική, διαφέρει κατά το ότι είναι ίσως η μόνη λέξη που έχει αξιολογική χροιά, υπονοεί δηλαδή όχι απλώς έντεχνο άκουσμα, αλλά ευχάριστο στην ακοή (η χροιά αυτή φαίνεται ακόμα πιο έντονα στις λέξεις μελωδικός, μελωδικότητα κ.λπ.).

Στη δεύτερη περίπτωση, η λέξη μουσική μπορεί να αναφέρεται και σε συγκεκριμένες συνθέσεις, σε συγκεκριμένη καλλιτεχνική δημιουργία (π.χ. ο συνθέτης, εκτός από τη μουσική, έχει γράψει και τους στίχους). Αλλά και η λέξη μέλος σε μερικές περιπτώσεις έχει παρόμοιο χαρακτήρα, δηλώνοντας το μελοποιημένο έργο (π.χ. το δοξαστικό αυτό είναι μέλος Χρυσάφου τού νέου). Στην περίπτωση αυτή, οι λέξεις μέλος και μουσική μοιάζουν με τη λέξη σύνθεση, που περισσότερο από τις άλλες λέξεις βλέπει το καλλιτέχνημα από τη σκοπιά τής συνθετικής του δημιουργίας (σύνθεση για πιάνο, βιολί και ορχήστρα).

Στην τρίτη περίπτωση, οι λέξεις αναφέρονται σε συγκεκριμένη μελωδική γραμμή (τραγουδιού, μουσικού κομματιού κ.λπ.), που μπορεί να εντοπίζεται και να απομνημονεύεται εύκολα από τον ακροατή. Εκεί η λέξη μουσική χρησιμοποιείται μόνο καταχρηστικά (θυμάσαι πώς πάει η μουσική τού τραγουδιού; – θυμάμαι μόνο τα λόγια, όχι τη μουσική), ενώ πιο συνηθισμένη και χαρακτηριστική λέξη είναι η μελωδία (αυτή η μελωδία κάτι μου θυμίζει), χρησιμοποιείται δε πολύ συχνά στον πληθυντικό (παλιές ρωσικές μελωδίες). Με κάπως ειδικότερη αλλά παρόμοια σημασία χρησιμοποιείται και η λέξη σκοπός, που μπορεί να αναφέρεται είτε σε αυτοτελή μελωδία, δηλ. μελωδική γραμμή (τραγουδάω / σφυρίζω έναν παλιό σκοπό), είτε σε μελωδία μελοποιημένου λόγου (δεν θυμάμαι τον σκοπό τού τραγουδιού), σημασία που έχει και η λαϊκή λέξη χαβάς (< τουρκ. hava), η οποία χρησιμοποιείται πια μόνο σε οικείο ή μεταφορικό λόγο (το πρόβλημα δεν είναι να φύγουν οι βιολιτζήδες, πρέπει να αλλάξει κι ο χαβάς), ή σε τυποποιημένες φράσεις (αυτός το χαβά του) χωρίς να γίνεται πάντα και σε όλους αντιληπτή η αρχική σημασία του. Ο σκοπός όμως στην καθημερινή χρήση προχωρεί πέρα από την απλή μελωδική γραμμή. Μπορεί να αναφέρεται και σε όλο το ύφος ενός κομματιού (ζωηρός / χαρούμενος σκοπός), ενώ πολύ συχνά λέγονται φράσεις όπως τραγούδια και σκοποί τής πατρίδας μας, όπου σκοπός δεν είναι απλώς η μελωδία που απομνημονεύεται, αλλά και πιο γενικά και συστηματικά, καθιερωμένοι μουσικοί «δρόμοι». Το θέμα, από την άλλη, χρησιμοποιείται με αρκετά εξειδικευμένο χαρακτήρα και συνήθως από ειδικούς ως όρος κυρίως τής έντεχνης μουσικής, που θεωρεί τη μελωδική γραμμή δομικό συστατικό του έργου (συχνή εναλλαγή θεμάτων σε μια σύνθεση). Ακόμα πιο εξειδικευμένο, τέλος, ως αμιγώς μουσικολογικός όρος είναι το μοτίβο, η μουσική ιδέα που επαναλαμβάνεται επεξεργασμένη με διάφορους τρόπους μέσα σε μουσικό κομμάτι, συντελώντας έτσι στη συνολική του δόμηση#​
 
Top